Οι εντολές που είχαν από τον Αρχηγό ήταν σαφείς – σχεδόν. Ποτέ άλλωστε δεν λάμβαναν εντολές που θα μπορούσαν να εκληφθούν ποικιλοτρόπως. Δεν υπήρχε περιθώριο για λανθασμένη ερμηνεία, ούτε για προσωπική παρέμβαση στην εκτέλεση της διαταγής. «Το τετράγωνο πίσω σας παραμένει σε όλη τη διάρκεια της μέρας άδειο από πολίτες. Θα παραταχθείτε σε 4 γραμμές περιμετρικά. Δεν επιτρέπετε σε κανέναν να περάσει ανάμεσα σας. Με εντολή του διμοιρίτη σας χρησιμοποιείτε βία. Αν κρίνετε ότι απειλείται η σωματική σας ακεραιότητα, δράστε αναλόγως».
Αυτή η τελευταία πρόταση τον τσάκισε. Όχι γιατί φοβόταν ότι θα τραυμάτιζε κάποιον, όχι. Αλλά γιατί η επιθετικότητα του ήταν ανεξέλεγκτη το τελευταίο διάστημα. Και όταν του έδιναν το ελεύθερο να δράσει βάσει της δικής του κρίσης, έχανε τον έλεγχο. Η τρίμηνη παύση εργασίας που του επιβλήθηκε πέρσι με σκοπό να ακολουθήσει ένα πρόγραμμα ψυχοθεραπευτικών συνεδριών δεν έφερε τα επιθυμητά αποτελέσματα. Αναγκάστηκε να διώξει και το σκύλο που από παιδί φρόντιζε στο χωριό και είχε φέρει στην πόλη. Οι στενοί του συνεργάτες το γνώριζαν, αλλά δεν μπορούσαν να κάνουν κάτι παραπάνω. Είχαν ποντάρει στη ψυχοθεραπεία που για πρώτη φορά αμερικάνοι πράκτορες δοκίμαζαν στην Ελλάδα. Όχι γιατί ανησυχούσαν για τον Ματθαίο, όχι. Αλλά γιατί φοβόντουσαν ότι θα τους εξέθετε ή θα τους έβαζε σε κίνδυνο σε κάποια διαδήλωση. Πρόσφατα στο τοπικό ποδοσφαιρικό ντέρμπι ο Ματθαίος πέταξε το κράνος του σε οπαδό που συσχέτιζε σε σύνθημα όργανα της τάξης και συμπαθητικά τετράποδα. Μια άλλη φορά έβριζε κι αυτός τους οπαδούς της φιλοξενούμενης ομάδας. Τον τράβηξε και η κάμερα. Και δεν ήταν καν υποστηρικτής κάποιας από τις δύο ομάδες. Στον ίδιο αγώνα ο Πρόεδρος της γηπεδούχου ομάδας έφαγε γκλομπιά από τον Ματθαίο, γιατί πήγε να του πάρει το γκλομπ.
«Δεν αλλάζουμε θέση, μαλάκες. Αν χαλαρώσουμε, θα μας πηδήξουν. Ματ, εντάξει;». Ο Ματ, όπως τον αποκαλούσαν στη διμοιρία, τους έβλεπε με τα πανώ και τις ντουντούκες να πλησιάζουν από το σταυροδρόμι. «Έρχονται τα κουμμούνια», είπε στον διπλανό του. Στο χωριό είχε ένα γείτονα κομμουνιστή με μεγάλο μουστάκι. Ήταν τόσο κάθετος στις πολιτικές του απόψεις και στον τρόπο που ντυνόταν που ο μικρός τότε Ματθαίος νόμιζε πως όλοι έτσι πρέπει να μοιάζουν. Ξαφνιάστηκε όταν τους είδε στην πόλη αμούστακους με κοκκάλινα γυαλιά. «Άντε να τους καταλάβω τώρα», έλεγε στη μάνα του κοιτώντας τη ν’αρμέγει την αγελάδα. Μια μικρή πέτρα που έπεσε στα πόδια του τον εκνεύρισε. Τον κατάλαβαν και του είπαν να ηρεμήσει.
«Πίσω, πίσω!», φώναξε ο διμοιρίτης, αλλά ο Ματθαίος είχε μείνει μπροστά να χτυπά στα πλευρά μια 22χρονη φοιτήτρια της Θεολογίας. Μέσα στο χαμό δεν άκουγε εντολές και συνθήματα. Όχι πως θα τους έδινε σημασία, όχι. Αλλά για το τυπικό της τυπικής ΕΔΕ. «Σταμάτα! Δεν πέταξα εγώ κάτι!». Στο έκτο χτύπημα, που η 22χρονη Χαρά γυρνά και τον κοιτά στα μάτια, ο Ματθαίος άρχισε να κλαίει. «Μαζί είμαστε, αδερφέ, κατάλαβε το!». Η Χαρά, η Χαρούλα από το χωριό, δεν είχε καταλάβει ποιος κρύβεται μέσα στο κράνος. Ο χαμένος του έρωτας, η γυναίκα για την οποία ένιωσε την ανάγκη ν’αφήσει την επαρχία, όταν έμαθε ότι αρραβωνιαζόταν το γιο του κομμουνιστή. Μέσα στον καπνό από τα δακρυγόνα ο νεαρός αστυνομικός πότισε την αντιασφυξιογόνο του μάσκα με δάκρυα και ένιωσε το απόστημα της βίας να σπάει στο κεφάλι του. Έβγαλε το κράνος του, σήκωσε τη Χαρούλα στα χέρια του και ανάμεσα σε χειροκροτήματα χάθηκε μέσα στο πλήθος των αμούστακων διαδηλωτών.



