Δεν μπορούσε να ζητήσει κάτι άλλο. Τουλάχιστον όχι πριν τα χείλια του βαπτιστούν με αλκοόλ. Όλοι ήταν εκεί, άγραφτο τούτου του κόσμου του νου το απουσιολόγιο. Το τσιγάρο, το ρεμπέτικο, το κρασί, η άμμος, η θάλασσα, το φεγγάρι, ο φίλος. Δεκαέξι χρόνια πέρασαν από την τελευταία φορά που άκουσε όπα και που με νότες έστριψε τα πόδια του γύρω από κρασοπότηρο στο χώμα. Έβλεπε μέσα από τις ρωγμές του καπνού τις ψυχές να σκίζουν τη σάρκα και να ενώνονται κάτω από τις ξερές κολοκύθες του κενού. Πόνεσε από τον ξένο χωρισμό, το θάνατο, την αρρώστια, την απουσία, την απόγνωση. Ήξερε όμως ότι ήταν θέμα χρόνου οι ξένες ψυχές να σκύψουν πάνω από τη δική του, αυτή άλλωστε πονούσε όσο καμιά άλλη τώρα. Δίχως πατρίδα, δίχως εκείνη, δίχως χάδι αναφοράς. Και τώρα που το αλκοόλ άρπαξε το πηδάλιο, φάνηκε η απώλεια και καλοκάθισε πάνω στο γεμάτο στομάχι. Γιατί τα ζάρια, που κάποτε έριξε στο βράχο του λιμανιού πριν αφήσει τη μάνα, είχαν κι αυτά έξι τύχες: τον έρωτα, το όνειρο, τη ζωή, την αγάπη, μα και δυο φορές το θάνατο. Και όπου θάνατος, αυτός ήλπισε ότι δεν ήταν μόνο ο ένας, που τα μάτια και τα βάσανα σβήνει, αλλά και ο άλλος, που μόνο μια ζωηρή μάσκα τον κρύβει από τη γέννηση και την αρχή. Μάταια ζωγράφισε ελπίδες όμως. Η ζαριά ήταν έρωτας-θάνατος. Ο έρωτας χτύπησε και τους δύο, ο θάνατος ο ένας μόνον εκείνη.
Search
αρχείο
-
►
2014
(7)
- ► Φεβρουαρίου (1)
-
►
2013
(13)
- ► Δεκεμβρίου (1)
- ► Ιανουαρίου (3)
-
►
2012
(59)
- ► Δεκεμβρίου (3)
- ► Σεπτεμβρίου (5)
- ► Φεβρουαρίου (9)
- ► Ιανουαρίου (5)
-
▼
2011
(32)
- ► Δεκεμβρίου (4)
- ► Σεπτεμβρίου (2)
- ► Φεβρουαρίου (1)
- ► Ιανουαρίου (3)



