Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κρασί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Στα ξανά


Στα ξανά ήπια πάλι κι έκοψα το τιμόνι απότομα στο στενό σου από κάτω
Σ’αυτά τα ξανά που παγίδες στήσανε σε κάθε σκαλοπάτι του ξημερώματος
Που ανθρώπους των κάδων με βοήθησαν να γνωρίσω
Και να κερδίσω και να χάσω και να κλάψω και απ’το χέρι να σ’αρπάξω
και να σου πω το τώρα πόσο ύπουλο, μα και πόσο ακέραιο είναι
Και να σταθώ πάλι στις σκιές του παραθύρου να σε βλέπω να μη βολεύεσαι
στο μαξιλάρι που εξαιτίας μου πρώτη φορά το κεφάλι σου βύθισες
Που του μπουκαλιού το χρώμα μ’ανάγκασες πάλι να δω αδειάζοντας το,
για να κάνω τον αποχαιρετισμό μας επιτέλους ανώδυνο
Και χαμογελώντας να μπορέσω να σε φιλήσω,
για να μη γευτείς το γαμώτο στην άκρη της γλώσσας μου
Το δίλημμα να λιώσεις με το δυνατό κλείσιμο του καπώ
Τα βλέφαρα σου να κλείσω με τα δυο μου χέρια ενώ δεν κοιμάσαι
και να σε βάλω να μου πεις απλά καλημέρα, εκεί δίπλα στη βαλίτσα
Όταν η ώρα είναι 8 το απόγευμα και το εισιτήριο συμφωνεί με τους δείκτες
Μα μαζί μου τσακώνεται και δίπλα στις ρόδες του αυτοκινήτου
πέφτουμε στα ματάκια σου μπροστά να καυγαδίσουμε
μα πάντα αυτό κερδίζει, το γαμημένο το χαρτί
με τους δυο προορισμούς, τις τέσσερις ώρες,
τα δύο ξανά,
το ένα μείνε

Posted in | Leave a comment

Είναι καλοκαίρι


Το φως του κυνηγού που παγιδεύει τον τρομαγμένο λαγό μες στη νύχτα,
το ψαράκι δίπλα στο έπιπλο που παγώνει όταν νιώθει τις δονήσεις των ποδιών σου και
η παλιά κασέτα που πέθανε στο τελευταίο μάσημα μα άφησε πίσω της εννιά τραγούδια και μια σκοτεινή αφιέρωση.

Κι η γλώσσα σου πιο σίγουρη από ποτέ που έπαψε να ψάχνει αποκούμπι μέσα στο στόμα μου.
Οι κόρες των ματιών μου που δίπλα σου μέσα στο βαθύ σκοτάδι μικρές παραμένουν.
Το αλμυρό σου μπλουζάκι που με κάθε πέταμα στην ψάθα σήμα δίνει στη νύχτα ν’αρχίσει να διαστέλλεται.

Και οι σταυροί των φαρμακείων που αναβοσβήνουν τα χαράματα όταν δίπλα μου περπατάς και αποτελούν τη μοναδική υποψία χριστιανικού παραδείσου.
Οι νότες στο μπαρ που μέσα Ιούλη σαν σταγόνες Κυριακάτικης βροχής μαζί σου ποτίζουν το κάθισμα.
Το σημάδι της πλάτης σου στο σκονισμένο παράθυρο του αυτοκινήτου και τα χέρια μου στην οροφή του.

Ο καπνός του τσιγάρου σου πίσω από το βράχο και το μαγιώ κάτω από την πέτρα.
Η μεσημεριανή υπόκλιση του ανεμιστήρα στο πέρασμα σου απ'το διάδρομο.
Τα λαδωμένα σου δάχτυλα μέσα στη χρωματιστή σαλάτα,
η σιωπή μας στη θορυβώδη παραλία,
το αχ
και
το πάλι
είναι καλοκαίρι.


Posted in | Leave a comment

Η κλήση


Μου είπες να μην πιω, γιατί οδηγάω και για να μη φάω κλήση "απ’τα μπατσόνια της παραλιακής".

Σου είπα δεκτό, αλλά τότε δεν έχει νόημα να βρεθούμε.

Με ρώτησες γιατί.

Μα γιατί η μέθη αφού σε δω, δε θα συγκρίνεται με αυτή του ούζου.

Posted in | Leave a comment

Έλα τώρα


Μου λέγανε κάποτε για απόκρημνα βουνά με δέντρα αρχηγούς στο γλέντι και ποτάμια πρώτα στο χορό κι έλεγα, έλα τώρα, ψέματα. Λίγο μετά, κάπου εκεί μεταξύ λασπωμένου ποδηλάτου και μώλωπα στο μάγουλο, μου είπαν για ανθρώπους μηχανές που πετάνε με οδηγό τα φώτα των καραβιών και τη νύχτα ξυπνάνε στα γραφεία τους κι έλεγα, έλα τώρα, παραμύθι. Όταν βγήκα απ’το γραφείο, ήρθαν πάλι και μου είπαν για θάλασσες χωμένες στη στεριά και για αμμουδιές στα πεζοδρόμια των βιαστικών πόλεων και είπα, έλα τώρα, ψέματα. Σήμερα εδώ, μεταξύ φθοράς και φθήνιας, ψυχών λερωμένων και άγριων ανθρώπων, ήρθες να μου πεις ότι απλά υπάρχεις και λέω, έλα τώρα, ψέματα.

Posted in | Leave a comment

Βιόλα μου


Κακοστραθιά κι αν είν’η βόλτα μας σε τούτα δω τα μέρη,
του έρωτα το ρεμέδιο θα μας αναντρανίζει,
να τη διαβούμε την κορφή να ξαπλώσουμε στη φωτεινή πλαγιά.

Να πέφτουν λιαχτίδες στα μάτια σου, τον ήλιο να πεισμώσεις.
Να τσακωθεί με το φεγγάρι, τη δόξα να του κλέψει.
Του ήλιου το ινάτι η φύση να γροικά,
αλάργα θα τον στείλει, στα σύννεφα να κρυφτεί.
Και τοτεσάς το φεγγάρι στην άκρη του ρυακιού πίσω θα σου κλουθά,
να σου φωτίζει μόνο αυτό το αέρινο σου πάτημα.
Και μήνες μετά χορτασμένο από το φως σου στις σκιές του ν’απογιαγείρει.

Βιόλα μου, λιοπύρι του χειμώνα μου,
οψάργας σε είδα στον ύπνο μου τον ήλιο πάλι να φιλάς.
Θύμησες πόνου και χαμού τ’όνειρο αυτό μου’φερε.
Ξενομπάτη στα πέταλα σου αυτός δε θα με κάμει,
ξέτελα καλά δε θα’χουμε,
μόνο να δύσει πες του.


κακοστραθιά: κακός, δύσβατος δρόμος
ρεμέδιο: φάρμακο
αναντρανίζω: ανορθώνομαι, ανασηκώνομαι
ινάτι: πείσμα
γροικώ: ακούω
αλάργα: μακριά
τοτεσάς: τότε ακριβώς
κλουθώ: ακολουθώ
απογιαγέρνω: επιστρέφω
βιόλα: λουλούδι, όμορφη κοπελιά
λιοπύρι: μέρα με έντονη ζέστη
οψάργας: χθες το βράδυ
θύμησες: αναμνήσεις
ξενομπάτης: περαστικός, ξένος
ξέτελο: έκβαση, αποτέλεσμα

Posted in | Leave a comment

Καταγγελία



Δες πόσο χαρούμενοι δείχνουν.

Άκου τους πώς γελάνε.

Μόλις έφτασε γι’αυτούς η άνοιξη.

Κι εγώ κάθομαι σ’ένα γραφείο διαβάζοντας αυστηρά χαρτιά.

Μηνύσεις και καταγγελίες, προειδοποιήσεις και απειλές.

Εξαιτίας σου, το ξέρεις.

Τράβηξες μακριά μου το χειμώνα προτού ρίξει την τελευταία του βροχή.

Πριν προλάβει να φυσήξει τις τελευταίες του συννεφιές.

Και ανάγκασες την άνοιξη σε υπερωρίες και παρατάσεις.

Αύριο σε θέλω δίπλα μου στο δικαστήριο των εποχών.

Να δουν τα μάτια σου οι μήνες και να πιστέψουν.

Να καταπιούν το ισχυρότερο επιχείρημα μου.

Να πείσεις Φλεβάρη και Μάρτη ν’αποσύρουν τις μηνύσεις εναντίον μου.

Ν’αγγίξουν το πρόσωπό σου και να δικαιολογήσουν την αναστάτωση του χρόνου.

Ν’αθωωθώ μέσα στην ενοχή μας.

Και να μπορέσω ν’ακούσω πάλι το θρόισμα των φύλλων απ’το περπάτημά σου λίγο πριν μου χτυπήσεις το μισάνοιχτο παραθύρι.

Posted in | Leave a comment

Αλήθεια;



Κάποιες ερωτήσεις σου τελειώνουν με αλήθεια που αλυσοδένει το δισταγμό. «Νοιάστηκες, αλήθεια;». «Αναρωτήθηκες αν το καλό σου ανέχεται την αποστροφή μου, αλήθεια;».

Σαν την αλήθεια που συναντάς στον άστεγο. Η πραγματικότητά του δεν περιβάλλεται από υποδιαστολές και συνόδους κορυφής. Λαδωμένα χαρτόνια και σακκούλες στα πόδια περιχαράσσουν το δικό του χωροχρόνο, τις δικές του συντεταγμένες αλήθειας. Και η προβολή του δράματος στο κινηματογραφικό πανί των υπολοίπων διακόπτεται απότομα όταν αντιληφθούμε τη μοναδικότητά της, το μοναδικό δηλαδή δυνατό συνδυασμό αξιών και πράξεων που δικαιοδοτεί το χαρακτηρισμό «κοινωνός».

Κι εσύ με ρωτάς ξανά. Αν αγάπησα την ειλικρινή σου άρνηση περισσότερο από την μπλαζέ σου συγκατάβαση. Κάνοντας με ν’ανατρέξω σε έμφυτες ανάγκες κι ελλείμματα του εγώ, ώστε να μπορέσω ν’αρθρώσω μια κοινά αποδεκτή απάντηση. Που δε θα μου προσδώσει το χαρακτηρισμό «αλλόκοτος». Μα πώς μου ζητάς ν’αποσυνδέσω τη μικρή μου αλήθεια από τη μεγάλη, τη γενική, που δίχως αυτήν ψέμα και απάτη κάνει τη δική μου.

Θ’απαρνιόμουν την ανασφαλή μου ανθρώπινη διάσταση λέγοντας σου ότι τα λόγια σου άγλυκα τα γεύομαι. Ούτε η μικρή μου αλήθεια θα συνέχιζε να’χει στέγη, αν δε σου επέστρεφα αντίστοιχα χάδια και μυρωδιές.

Μη μου ζητάς ν’απομονώσω αλήθειες· γιατί αυτή είναι μόνο μία και ο κατακερματισμός της αποτελεί βλασφημία κορυφής που το εγώ και το εμείς μαζί συνθλίβει κάτω από την πέτρα. Γιατί η μόνη ερώτηση που τελικά θα μας μείνει χατήρια δε θα κάνει:

«ΑΛΗΘΕΙΑ;».

Posted in | Leave a comment

Toasted





Λόγια λατρείας και προσήλωσης απόψε αποφάσισα να μη λάβεις.
Γιατί απ’το αγαπημένο μου ερωτικό τραγούδι μία μία τις νότες έσκισες.
Τόσο καθημερινό που το’κανε η όψη σου ν’αντηχεί, ποτέ δε θα στο συγχωρήσω.
Ας πιούμε όμως σε κάτι τούτο το βράδυ του κόκκινου Νοέμβρη, που μέρες απ’τον Οκτώβρη θα’πρεπε ανένοχα να’χει κλέψει:
στους δισταγμούς.
Στο γλυκό σου δισταγμό πάνω από το πρωινό φιλί, όταν νόμιζες ότι ακόμα κοιμάμαι.
Στον εφηβικό μας δισταγμό – που ασπίδα μου θυμίζει στο σκοτάδι – ν’ακούσουμε τον εαυτό μας να αρθρώνει λέξεις δύσκολες, βαριές, απελευθερωτικές, που παράθυρα ανοίγουν και κουρτίνες στο τέρμα σπρώχνουν.
Στο δισταγμό της μάνας τύχης που καιρό τώρα ήθελε να σιγουρευτεί ότι οφείλει στο διάβα μου να σε ρίξει.
Στην υγειά σου λοιπόν...

Posted in | Leave a comment

Μόνο μη...





Πόσες φορές σου’χω ζητήσει με γυμνά τα πόδια στο σπίτι να μη γυρνάς. Με μέλι που στάζεις το πάτωμα έχεις γεμίσει και μέρες κάνω να ξεφύγω από την πατημασιά σου. Εξαιτίας σου νου και ανάσα κοντεύω να χάσω. Αλλά όχι, γυμνά τα πόδια σου σμιλεμένα από μέλι κράτα, να’χω έστω κι ένα λόγο όταν είμαι μαζί σου τη γη ν’αγγίζω. Ν’αφήνω ατάραχους τους ουρανούς και το πραγματικό ενίοτε με την άκρη της γλώσσας να γεύομαι. Και η οδοντόβουρτσα που παρέα πλέον βρήκε είναι εκεί το μέλι με υπομονή στα κρύα πλακάκια του Νοέμβρη τ’όνομα σου να χαράζει. Μόνο μη μ’αφήνεις μόνο... Στο δωμάτιο με το θρόνο που μ’έβαλες να κάτσω. Γιατί ψηλός είν’ο θρόνος και πολύ μικρός δείχνω χωρίς τα μάτια σου πάνω μου.

Posted in | Leave a comment

Φλις





Πέτα το τσιγάρο στο πάτωμα και σταμάτα να μιλάς. Με χόρτασαν τα λόγια σου. Εδώ και δύο ώρες προβάλλεις το εγώ σου πάνω μου. Λες και δεν το αγαπώ αρκετά από μόνος μου για να θέλω να το κάνω δικό μου. Αφού ξέρεις. Το γνωρίζεις, έτσι δεν είναι; Το γνωρίζεις. Βούλωσ’το. Σκάσε ρε, πώς να στο πω αλλιώς; Πρέπει πάλι να βάλω το πρόσωπό σου στα δυο μου χέρια μέσα και να το φιλώ. Μόνο έτσι φιλιώνεις εσύ με τη σιωπή. Γιατί κατά τ’άλλα την απολαμβάνεις μόνο όταν περιμένεις να ξετυλίξω τις ενοχές μου στο δωμάτιο. Έχω κάνει τη συγγνώμη μου ζωή μας και από λέξη στα χείλη και τη γλώσσα τη βλέπεις χαραγμένη στα δάχτυλα και τα μάτια μου. Και σκέψου, σε παρακαλώ, μόνο τί σου ζήτησα. Ξέρω ότι δεν μπορείς ακόμα να με συγχωρέσεις, και ότι όλα πάνω σε χάρτες λογικής τα σχεδιάζεις. Λογική όμως ήθελε κι αυτό που μόλις σου ζήτησα. Γιατί πάτωμα είπα γαμώτο και όχι κουβέρτα.

Posted in | Leave a comment

Λαθος δρομο, πατερ





«Στάσου μισό λεπτό». Κοίταξε τον ιερέα και γέλασε. Τον λυπήθηκε! «Μ’εμένα γελάς;», τον ρώτησε ο ιερέας υποψιασμένος. «Ναι, γιατί έχεις διαλέξει λάθος δρόμο, πάτερ». «Ο δρόμος είναι κοινός για όλους μας και οδηγεί μόνο σ’Εκείνον», του απάντησε ο ιερέας διατηρώντας όμως τις αμφιβολίες του για το αν τον έπεισε. Διότι γνώριζε τι εννοούσε ο πιστός του, αλλά φοβήθηκε ν’αναμετρηθεί τώρα μαζί του. Όχι τόσο με τον πιστό, όσο με το θεό που τον έστειλε.

«Ο δρόμος προς τη θέωση είναι μέσα από τον Έρωτα και μόνο τον Έρωτα, πάτερ. Αν υπάρχει μια υποψία ύπαρξής Του στη Γη είναι ο Έρωτας, πάτερ. Ο Έρωτας. Μια ζωή άπιστος ήμουν. Τώρα όμως πώς μπορώ να μην πιστεύω; Πες μου, πώς; Γι’αυτό βγάλε τα ράσα και τυλίξου με σεντόνια και ρούχα που ξένες, σαγηνευτικές μυρωδιές πάνω τους κουβαλούν. Και που αγγίγματα περισσότερο απόκοσμα από τις καλύτερες παραβολές θα σου χαρίσουν».

Ήταν φανερό πλέον, ότι ο θρασύς πιστός είχε αλλαξοπιστήσει. Φάνηκε στα δύο ενωμένα χέρια που την εκκλησία άφησαν και το λόφο κατηφόρισαν.

Posted in | Leave a comment

Ζαριά θανατέρωτας





Δεν μπορούσε να ζητήσει κάτι άλλο. Τουλάχιστον όχι πριν τα χείλια του βαπτιστούν με αλκοόλ. Όλοι ήταν εκεί, άγραφτο τούτου του κόσμου του νου το απουσιολόγιο. Το τσιγάρο, το ρεμπέτικο, το κρασί, η άμμος, η θάλασσα, το φεγγάρι, ο φίλος. Δεκαέξι χρόνια πέρασαν από την τελευταία φορά που άκουσε όπα και που με νότες έστριψε τα πόδια του γύρω από κρασοπότηρο στο χώμα. Έβλεπε μέσα από τις ρωγμές του καπνού τις ψυχές να σκίζουν τη σάρκα και να ενώνονται κάτω από τις ξερές κολοκύθες του κενού. Πόνεσε από τον ξένο χωρισμό, το θάνατο, την αρρώστια, την απουσία, την απόγνωση. Ήξερε όμως ότι ήταν θέμα χρόνου οι ξένες ψυχές να σκύψουν πάνω από τη δική του, αυτή άλλωστε πονούσε όσο καμιά άλλη τώρα. Δίχως πατρίδα, δίχως εκείνη, δίχως χάδι αναφοράς. Και τώρα που το αλκοόλ άρπαξε το πηδάλιο, φάνηκε η απώλεια και καλοκάθισε πάνω στο γεμάτο στομάχι. Γιατί τα ζάρια, που κάποτε έριξε στο βράχο του λιμανιού πριν αφήσει τη μάνα, είχαν κι αυτά έξι τύχες: τον έρωτα, το όνειρο, τη ζωή, την αγάπη, μα και δυο φορές το θάνατο. Και όπου θάνατος, αυτός ήλπισε ότι δεν ήταν μόνο ο ένας, που τα μάτια και τα βάσανα σβήνει, αλλά και ο άλλος, που μόνο μια ζωηρή μάσκα τον κρύβει από τη γέννηση και την αρχή. Μάταια ζωγράφισε ελπίδες όμως. Η ζαριά ήταν έρωτας-θάνατος. Ο έρωτας χτύπησε και τους δύο, ο θάνατος ο ένας μόνον εκείνη.

Posted in | Leave a comment

ShareThis

Search

Swedish Greys - a WordPress theme from Nordic Themepark. Converted by LiteThemes.com.