...και με μίσος έριξε τη Χαρά πάνω στο βράχο. Εκείνη ζαλίστηκε, έχασε τις αισθήσεις της, αλλά ποτέ δεν τις ξαναβρήκε. Το μόνο που κατάφερε αμυνόμενη ήταν να γρατζουνίσει με τα πράσινα της νύχια τη δολοφόνο της στο κούτελο. Τα τραύματα στο κρανίο και την σπονδυλική στήλη όμως ήταν βαθιά. Ανέπνεε ακόμα, όταν η Ελπίδα την έσυρε από τα μαλλιά μέχρι το κύμα. Το κεφάλι της βρέθηκε μέσα στο νερό και τα πόδια εκτός. Μετά από λίγο οι απέλπιδες προσπάθειες εισπνοής σταμάτησαν. Ανακουφισμένη και χαμογελαστή η Ελπίδα ευθυγράμμισε τα σανδάλια της Χαράς με το ματωμένο βράχο και ξεκίνησε για το σπίτι. Ο Ρόκυ περιχαρής την ακολούθησε χοροπηδώντας γύρω της. Τον τάισε κι έπειτα έβαλε τα εσώρουχα και το άρωμα της. Περίμενε τον Μπαρτ, ενώ έβαλε φαγητό στον φούρνο.
Το παλιό Ford φτάνει στην είσοδο του σπιτιού και ο Μπαρτ ανήσυχος, χωρίς να ξέρει γιατί, ανεβαίνει τα σκαλιά. Μυρίζει το άρωμα της στο χώρο. Έντονο όμως – αποκλείεται να είναι από το πρωί. Πολύ σωστά είχε αντιληφθεί βέβαια, αφού μόλις πριν από λίγα λεπτά η Χαρά βγήκε εκτός σπιτιού. Η πόρτα του κήπου ήταν κλειστή, άρα συμπέρανε πως είναι στο σπίτι. Αναζήτησε στον κήπο αυτήν και τον Ρόκυ. Πριν προλάβει να βγει στον κήπο, η Χαρά εμφανίζεται ξαφνικά από την κρεβατοκάμαρα μόνο με τα εσώρουχα και ένα ποτήρι ουίσκυ στο χέρι.
- Τί έπαθες στο κούτελο; Τη ρωτάει με αγωνία ο Μπαρτ πριν καν την συγχαρεί για την πρόσληψή της στην Peacock.
- Χέσε το κούτελο, φίλα με, μωρό μου! Πες μου συγχαρητήρια! Από σήμερα όλα θα είναι διαφορετικά, στο υπόσχομαι!
- Πες μου πού χτύπησες, σε παρακαλώ. Ήταν κανείς εδώ πριν;
- Μια παλιά γνωστή… Ο κακός μου εαυτός, θα μπορούσες να πεις! Δε θα μας ξαναενοχλήσει, στο υπόσχομαι…
- Έχεις πιει. Πού είναι ο Ρόκυ;
- Δε σου είπα; Τραβάμε γραμμή στο παρελθόν. Καμία σχέση πια μαζί του. Ορίστε, μαγείρεψα κιόλας.






