Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αίμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Θέματα Πανελληνίων Εξετάσεων 2013



Μάιος 2013


Ονοματεπώνυμο:
Ημερομηνία:



Θέμα 1ο – 20 βαθμοί
Νεαρός αλλοδαπός (14 ετών) μεταφέρεται αιμόφυρτος στο τμήμα επειγόντων περιστατικών νοσοκομείου. Στο πρόσωπό του υπάρχουν βαθιές χαρακιές. Ο νεαρός καταγγέλει ρατσιστική επίθεση από ομάδα αντρών ντυμένη στα μαύρα. Οφείλεις να νιώσεις:
(α) ευτυχία που μπορώ και δίνω πανελλήνιες
(β) ικανοποίηση για την οικονομική σταθεροποίηση της χώρας μου
(γ) απέχθεια στη λέξη κι έννοια «αλλοδαπός»
(δ) προφανώς όλα τα παραπάνω

Θέμα 2ο – 20 βαθμοί
Συμπληρώστε τα κενά στο παρακάτω απόσπασμα από τον ηλεκτρονικό Τύπο με τις λέξεις:
καταστολή, βοήθεια, αυτοκτονήσω, πείνας, ξυλοδαρμούς, απειλές, νόημα, πρόσφυγα, απόπειρα, σαμπουάν, άθλιες, λιποθύμισε

«Δεν έχει ________ η ζωή μου. Εφυγα από τη Γάζα για να ζήσω. Δεν θέλω ________ από κανέναν. Θα προσπαθήσω ξανά να _____________. Πείτε το στους αστυνομικούς να χαρούνε». Αυτά είναι τα λόγια του 28χρονου ___________ από την Παλαιστίνη Ιμπραχίμ Φαράζ, όπως τα μεταφέρουν ακτιβιστές που μίλησαν μαζί του μετά την ____________ αυτοκτονίας που έκανε την περασμένη Πέμπτη στα κρατητήρια του Α. Τ. Δραπετσώνας. Ο Ιμπραχίμ ξεκίνησε απεργία ______ στις 14 Φεβρουαρίου, όπως και δεκάδες άλλοι συγκρατούμενοί του που διαμαρτύρονταν για την αδικαιολόγητη παράταση της κράτησής τους, υπό _______ συνθήκες. Οπως κατήγγειλαν δικηγόροι και αντιρατσιστικές οργανώσεις η απεργία πείνας απαντήθηκε με ______________, ______________ και διασπορά κρατουμένων σε άλλα αστυνομικά τμήματα, όπως το Α. Τ. Ασπρόπυργου, όπου δέχτηκαν επίσης _________. Την όγδοη ημέρα απεργίας πείνας ο Ιμπραχίμ Φαράζ _______________ από αδυναμία και, σύμφωνα με μαρτυρίες συγκρατουμένων του, οι αστυνομικοί τού έδωσαν να πιει ____________ για να τον συνεφέρουν».

Θέμα 3ο – 30 βαθμοί
Επιστάτες σε φραουλοχώραφα πυροβολούν προς το μέρος διακοσίων (200) μεταναστών από το Μπαγκλαντές, εικοσιοχτώ (28) τραυματίζονται, εκ των οποίων οι τέσσερις (4) σοβαρά. Αίτιο της συμπλοκής η απαίτηση των μεταναστών να πληρωθούν τα δεδουλευμένα έξι (6) μηνών. Θεωρήστε το ημερομίσθιο του μετανάστη στα επτά (7) ευρώ.

(α) Υπολογίστε το καθαρό κέρδος (ΚΚ) της επιχείρησης χρησιμοποιώντας τον τύπο
ΚΚ = k[Νμετανάστες x Ναπλήρωτες ημέρες x Νημερομίσθια σε ευρώ]
όπου σταθερά k η ανθρώπινη αξιοπρέπεια (από 0 έως 1, όπου 1=καθόλου)

(β)Στόχος του εργοδότη είναι η αύξηση της ανταγωνιστικότητας της επιχείρησής του μέσω μείωσης του προσωπικού κατά 15%. Πόσοι μετανάστες μπορούν να πεθάνουν χωρίς να μειωθεί το καθαρό κέρδος της επιχείρησης;

Θέμα 4ο – 30 βαθμοί
«...Σήμερα ο όρος επιστράτευση χρησιμοποιείται και ως μέσο καταστολής συνεχιζόμενης απεργίας ιδιαίτερου επαγγελματικού κλάδου ή χώρου που προσβάλλει το δημόσιο συμφέρον».

Επανάλαβε την παραπάνω πρόταση μέχρι να φτάσεις τις χίλιες (1000) λέξεις.

Καλή επιτυχία

Posted in | Leave a comment

άχρωμες φράουλες


μεθώ επίτηδες
γιατί με παρασέρνει το ρήμα:
μου υπόσχεται το «με»
και με σέρνει στα γόνατα μέχρι το παρελθόν που’χασα
(μ’ενοχλεί το πολύ φως)
άνοιξα ένα σκονισμένο βιβλίο και μύριζε ούζο
ο λεκές του σχημάτιζε το λακκάκι στο λαιμό σου
λίγο μόνο να το κοιτάξεις και θα διαπιστώσεις
ότι το μόνο που δε θυμίζει είναι λακκάκι σε λαιμό
με κυνήγησαν τρεις γιγάντιες, άχρωμες φράουλες προχθές
άχρωμες, ναι
ανοιγόκλειναν βίαια οι πόροι τους,
φτύνανε τ'αχαίνια τους, δεν καταλάβαινα,
τις πλησίασα, «δες τα χέρια σου» ουρλιάζανε
τα χέρια μου βουτηγμένα στο αίμα
και δεν τις είχα ενοχλήσει ποτέ·
γι’αυτό μάλλον
χθες ερωτεύτηκα στο διάδρομο με τα καθαριστικά
«πιγκάλ έχετε;»
δεν ξέρω
«δεν ξέρω»
πόσο καιρό έχω να τ’ακούσω;
οι καλημέρες πέφτουν πια σα λαιμητόμοι,
που ακρωτηριάζουν το νυχτερινό όνειρο
απ΄το σώμα της πραγματικότητας
βάναυσα και προκλητικά
κι ενώ το αίμα ρέει,
ακούγεται στο βάθος ένα τραγούδι να τελειώνει,
μα τα τραγούδια που πονάνε όταν τελειώσουν,
έχουν ονοματεπώνυμο και όχι τίτλο
(τα φώτα φεύγοντας)


*


λέξεις cytopenic | σχέδιο άπιαστος λέιζερ

Posted in | Leave a comment

μας δάγκωσε


Βγήκα απ’το σπίτι για να φέρω ξύλα – βράδυ Κυριακής – και στον αέρα φυσούσε ένα τέλος. Μου’κοψε την ανάσα και με γονάτισε δίπλα στην ακακία ν’ακούω τα γέλια των φίλων μου απ’το σαλόνι. Οι σκιές τους πηδούσαν μέσα απ’τα δυο παράθυρα και πέφτανε οριζόντια στο φρέσκο χώμα του κήπου σαν τάφοι. «Βάλτε γάντια όταν πηγαίνετε για ξύλα μη σας δαγκώσει τίποτα», θυμήθηκα τα λόγια του πατέρα μου. Μας δάγκωσε, πατέρα, και πήγε λίγο πιο πέρα για να φτύσει το αίμα μας.
*
Έσπρωξα το χωριό που επισκεφτήκαμε απ’τη μέση του πουθενά όπου ήταν και μπήκα εγώ στη θέση του. Εδώ στο πουθενά ο αέρας στ’αυτιά μου δε φυσούσε, μα γαύγιζε σαν σκύλος απ’την κόλαση. Και η αντίστροφη μέτρηση των κοντινών διημέρων με τους φίλους μου ξεκίνησε, μα δε βλέπω να ψηλαφήσω τα δόντια που μας δαγκώνουν πέρα απ’το χρόνο τον ίδιο, που τον ακούω να κλαίει κάθε φορά που ξεκλειδώνω το σπίτι και τους βλέπω έναν έναν μέσα να περνούν.
*
Ένα ερειπωμένο σπίτι ανάμεσα σε μερικές ελιές δεν μπορούσε ν’αναπνεύσει απ’τα μπάζα που’χαν πλημμυρίσει την αυλή του. Μήπως έρχονται εδώ τα δόντια κι ακονίζονται; Κάποια συγγένεια πάντως με το χρόνο σίγουρα θα’χε ο απών ιδιοκτήτης του. Το γραμματοκιβώτιο στην πόρτα είχε ένα κρητικό επίθετο και κάποιες γαλλικές, μου είπαν, λέξεις που σε αντίθεση με το υπόλοιπο παρηκμασμένο σκηνικό, έλαμπαν. Κατάλευκοι λατινικοί χαρακτήρες, σαν γρίφος ή σαν προειδοποίηση για όποιον τολμήσει να ξεχάσει το χθες για το τώρα και τότε ήταν που πείστηκα, ότι το επίθετο ήταν δικό μου και τα γαλλικά όλα αυτά που αρνούμαι να κατανοήσω και
να συμβιβαστώ μαζί τους.

Posted in | Leave a comment

μαλακίες λέγαμε




τελευταία μου λέω πολλά ψέματα
προσπαθώντας να γεννήσω απ’το στόμα
μια αλήθεια που θα θάβει τις ασχήμιες
των δελτίων και των επίσημων αναφορών

*

χθες, στο φανάρι της βιομηχανικής, φίλος στην ηλικία μου
    - εκεί τον γνώρισα χθες -
μου’δωσε μαζί με το φυλλάδιο καταστήματος με ηλεκτρικά είδη
την πιο αληθινή «καλησπέρα» εδώ και πολύ καιρό

και πόσο ντράπηκα που πάτησα το γκάζι μετά

*

έχω να σου μιλήσω εικοσι-δύο μέρες
και πριν από λίγες ώρες δήλωσα ότι είμαι καλύτερα από ποτέ/
ένα ψέμα ακόμα
για να κρύψω τη δική μου ασχήμια

αναρωτιόμασταν για την πολυτέλεια του πανικόβλητου έρωτα
στο τέλος ζοφερών ημερών, χυμένων ανάμεσα σε γιατί και μήπως,
μέσα απ’τις χαραμάδες σεντονιών
και κάτω από τους ήχους σειρηνών

είκοσι μέρες και δύο πλέον μακριά,
μην αμφιβάλλεις πια,
πολυτέλεια ο έρωτας στα σκοτάδια;
μαλακίες λέγαμε

Posted in | 1 Comment

Σπρέι




Την καταλαβαίνω τη γειτόνισσα που διαμαρτύρεται για τους λερωμένους τοίχους.

Όσο προκλητικός και νά’σαι έχοντας ένα μεγάλο, λευκό τοίχο σε πολυσύχναστη διασταύρωση με βολικό φωτισμό, δικαιούσαι να’χεις την ηρεμία σου. Τα συνθήματα από μπογιά, σπρέι ή και στυλό ξύνουν πληγές, ρε φίλε. Τα βλέπεις μόλις βγεις απ’το σπίτι σου και αφού σε ξεντεριάσουν για τα καλά, σου κολλάνε τα‘σώψυχα στον τοίχο. Το ακούς μάλιστα αυτό το «φλαπ» πάνω στο προβληματισμένο δίστιχο. Σου θυμίζουν σε κάθε πρωινό, σε κάθε ξεπαρκάρισμα, σε κάθε βηματισμό μπροστά τους. 

Απλά σου θυμίζουν.

Και τα τυπάκια με το τσιγάρο στο στόμα τα’χεις ακούσει στο σκοτάδι. Το γέλιο τους, την ολιγόλεπτη σιωπή τους, το τακ-τακ-τακ της μπίλιας του σπρέι και τον αέρα που ζωγραφίζει λέξεις πάνω στον ασβέστη. Αλλά αυτά τα μαλακισμένα είναι ποιητές κι εσύ το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να μαζέψεις όσα κομμάτια σου επιβίωσαν και ν’αφήσεις ένα ρόδο κάτω απ’το σύνθημα 

για τα υπόλοιπα που πέθαναν.

Posted in | Leave a comment

χαρωπά


Κόψε τα κλαδιά απ’το δέντρο φέτος,
στραγγάλισε τον κορμό με πολύχρωμα λαμπιόνια
- όπως μόνο εσύ ξέρεις -
και ξάπλωσε το στο χαλί
να κρεμαστούμε απ’τα δυο του άκρα
να θάψουμε τα κέντρα μας
και να σουβλίσουμε χαρωπά τις γυαλιστερές μας μοναξιές

~*~

Posted in | 1 Comment

Κι ένα ρόδι πέφτει




Τη ροδιά η αποχέτευση τη μεγάλωσε/

Εκεί τη φύτεψε στα έντεκα του. Στο τέλος της αυλής, μόλις που άρχιζε να κατηφορίζει για το μποστάνι και ν’ανηφορίζει για την εφηβεία. Έτσι είχε τη φροντίδα όλης της οικογένειας δίχως το ξόδεμα συνειδητού ενδιαφέροντος. Το καμάρι του κηπουρού και ο φθόνος του κήπου έγινε η ροδιά. «Μα πόσο νόστιμα», «πόσο ζουμερά» και «πόσο κόκκινο σ’αυτά τα ρόδια». 

Όσο για τον κορμό της, βοήθησαν πολλοί – συγγενείς, φίλοι, έρωτες και επισκέπτες – να γίνει τόσο παχύς που αγκαλιές δυο παιδιών δεν τόν’πνιγαν και τόσο δυνατός που για γαργάλημα πέρασε το κρέμασμά του απ’τα κλαδιά της.

/κι ένα ρόδι πέφτει ελεύθερα στον ουρανό

Posted in | 4 Comments

Κομμάτια




Στα κομμάτια μου που πάρκαρες τις μυρωδιές σου,
που τόσες Πέμπτες άφησες να με βασανίζουν και τη θέση άλλων να πιάνουν
καθόλου φιλικός δε θα’μαι

Θα τα γδάρω, θα τα σκίσω, θα τα πετάξω στο πάτωμα, θα τα φτύσω, θα τα ξεφτιλίσω μπροστά σε όλα τ’άλλα τ’άοσμα, τα μίζερα και τ’άτυχα

Και όταν τολμήσουν να φωνάξουν,
τότε μπροστά τους θα γονατίσω,
να τα φιλήσω
και στο αίμα βαθύτερα να τα ποτίσω
και στ'αυτάκι του καθενός με ήττα θριαμβευτική θα τους ψιθυρίσω

«σας αγαπώ»

Posted in | Leave a comment

Όχι όσο | πρέπει | ακόμα




Δεν έχουμε πεινάσει ακόμα όσοι χρειάζεται και όσο πρέπει. Οι κάδοι είναι ακόμα ατομικοί και τις ουρές τις βλέπεις στις εφορίες. Γιατί στις μέρες των αριθμών και όχι των λέξεων όλα ποσοτικά είναι.

Κρίσεις πανικού όχι όσες πρέπει. Αυτοκτονίες όχι όσες πρέπει, όχι τόσο κοντινά όσο θά’θελε η οργή. Τον λεβέντη παππού που κάλυπτε το σεντόνι του φορείου και πέθανε επειδή δεν μπορούσε ν’αγοράσει τα χάπια για την καρδιά δεν τον είδαν πολλοί. Αρκετοί βέβαια είπαμε «και πού’σαι ακόμα», αλλά όχι και τόσοι μάλλον.

Κόλλησα στον τοίχο μου ένα μεγάλο, λευκό χαρτόνι για να τα σημειώνω όλα αυτά. Για να «υπολογίσω». Για να «εκτιμήσω» το κατώφλι του ξεσπάσματος και να «αναλύσω» το πολυπαραγοντικό του πράγματος. Πόσα απ’όλα αυτά θα χρειαστούν, ώστε να ξέρουν και οι επόμενες γενιές πόσοι «πρέπει» να πεθάνουν για τους πολλούς. 

Για να γνωρίζουν δηλαδή πόσα σαπισμένα πέταλα γεννούν έναν κήπο.

Posted in | Leave a comment

Μπαμ


Την έμπνευση τη δανεική να την επιστρέφεις
Είτε αυτή λέγεται δυο πόδια στο κρεβάτι είτε άλλα χιλιάδες στους δρόμους
Γιατί τα λόγια σου δικά σου δεν είναι
και κάθε σου πρόταση, εισιτήριο που σου χάρισαν σε βραδινό λεωφορείο
Και άμα τύχει να την καταχραστείς, για το καπάκι της κατσαρόλας μη σκας
Σύντομα αυτό μπροστά στα μάτια σου θα σκάσει,
μα τα πόδια τα δυο και τα πολλά
μακριά θα το κλωτσήσουν

Posted in | Leave a comment

My (Islama)bad - μέρος Ι


Χτύπησε τελευταία φορά το κεφάλι της στον τοίχο, κάτω απ’το καδράκι με το Φίντο ντίντο. Δώρο απ’το νονό της όταν ήταν οχτώ, δεν είναι η ώρα. Το χτύπημα το έκανε εναλλάξ με κοίταγμα στον καθρέπτη. Μία στον τοίχο, μία στον καθρέφτη, για να δει αν ακόμα αναπνέει. Γελούσε, γιατί κάθε φορά προβάλανε και τα δυο τους πρόσωπα στον καθρέπτη, το ένα ματωμένο, το άλλο ζωχαδιασμένο. Αφού σιγουρεύτηκε ότι δεν, ξεκίνησε να τη σέρνει στο διάδρομο. Πέμπτη απόγευμα νωρίς, περίπου τέσσερις. Τα χέρια του πότισαν οι φρέσκιες ανταύγειες των μαλλιών της. Πένθιμο μωβ στο χρώμα· δύο ακριβώς αυτές. «Συγγνώμη, δέχτηκες στοματικό έρωτα στο πρώτο ραντεβού; Και δέχτηκα κι έκανα χαχαχα!», γέλασε η μεσημεριανή τηλεόραση στο βάθος.

Στο απέναντι διαμέρισμα τα πρώτα γραφεία ενός κόμματος στην πόλη. «Όχι και κόμμα, συμμορία. Σαν ν’άνοιγε επίσημο υποκατάστημα η Κόζα Νόστρα. Σκοτώσαμε και σας περιμένουμε». Μουρμούρισε αυτός, όταν οι ανταύγειες του ανακοίνωσαν τα επερχόμενα εγκαίνια. Όχι πως και τον πολυένοιαζαν τα πολιτικά, μισθός-μουνί-μπάλα ήταν η τρίχρωμη σημαία του. Η δική τους σημαία πάντως ανέμιζε απέναντι από τους δύο βασιλικούς τους στο μπαλκόνι. Αν μάλιστα ξάπλωνες στο πάτωμα, να, όπως δηλαδή την πηγαίνει αυτός τώρα πάνω κάτω στο τριάρι, θα’βλεπες στη σειρά σεμεδάκι τηλεόρασης-βασιλικό-σημαία-φαλάκρα. Του ντόπιου αρχηγού τους. Η φαλάκρα ντε, γιατί το σεμεδάκι είναι από δέμα της πεθεράς της νεκρής. Μυτιληνιά η πεθερά, στέλεχος ΠΑΣΟΚ, με μεγάλη αδυναμία στα μπονσάι. Πήγε έξι όμως και το πτώμα μύρισε.

Posted in | Leave a comment

Ξένος


Ξένος στο σπίτι μου και μόνος στους πολλούς
Και να νιώθω τον άνεμο να κοπάζει στο «ξένος»
Να σπάω λουριά από φιλικές φυλακές,
γιατί Μετανάστης θέλω να’ναι πλέον η καταγωγή μου
Με πρωτεύουσα το εχθρικό Βλέμμα
και γλώσσα τ'απελπισμένα

Κι εσύ για μένα Μετανάστης είσαι
και απόψε θα πλημμυρίσουμε φανάρια, κάδους, χαρτόνια
Ασπίδα στο μαχαίρι του φασίστα
Μα και αυτό ακόμα να λυγίσουμε,
πλύνε τα χέρια σου και τράβα τ'άλλα,
αυτά που χώθηκαν βαθιά

και δύσκολα απ’τα μυαλά πέφτουν

Posted in | Leave a comment

Οικεία και νεκροταφεία



Σιωπή κι απόψε στα νεκροταφεία και φτάνει στο αυτί ένα αίσθημα κενού όλο και πιο οικείο. Με μια μικρή ηχώ που θέλει κάτι να πει, μα φοβάται τη σκιά της. Σαν κι αυτήν που επιστρέφει μετά από μια βόλτα στα χωράφια κι ένα παιχνίδι με τον σκούρο πάτο του σκονισμένου πηγαδιού. Από τ’απογεύματα που το περπάτημα ανάμεσα σε ζωντανούς στο κέντρο της πόλης σε ταξιδεύει πάνω σε φρέσκα και ανθοστολισμένα μνήματα. Τα πρόσωπα των ζωντανών θαμπά και σκυφτά, αγκυροβολημένα να παρακολουθούν πιστά τις σχισμές των πεζοδρομίων. Τουλάχιστον αυτά των νεκρών έχουν μόνο ένα νοητό μάρμαρο να τα χωρίζει από τον ανοιχτό ουρανό και κοιτάνε πάντα μπροστά. Των ζωντανών πάλι, θαρρείς πως αν καταφέρεις να δεις μάτια σταθερά για λίγα δευτερόλεπτα, θα σημάνει η καμπάνα της επανάστασης. Ναι, έτσι τη θέλω την αλλαγή. Αυτόματη, επίπονη, ν’ακούγονται αλυσίδες να σπάνε, ν’ανοίγουν βαθιά στα δυο τα πεζοδρόμια, ν’ανακαλύπτεις τα πρόσωπα, που πάντα δίπλα σου ήταν βέβαια, αλλά τώρα επιτέλους κατάφερες να μοιραστείς ένα κοινό βλέμμα. Γιατί η σιωπή των νεκροταφείων σκέπασε τις πόλεις και μόνο το χυμένο αίμα και το άγγιγμα του ζεστού θα μας ξεχωρίζει σε λίγο από τους οριζόντιους ταξιδιάρηδες. 

Posted in | Leave a comment

Μαηρίτσα



Εμφανίστηκε ένα σούρουπο του Μάη ανάμεσα στις καρφιτσωμένες με πέτρες στο χώμα πετσέτες και κρατώντας μία λεπτή κούτα. Οι δύο παρέες που είχαν μείνει στην απόμερη παραλία επικεντρώθηκαν περισσότερο στα δύο καλώδια που τον ακολουθούσαν παρά στον ίδιο και την κούτα. Αυτός ήταν εικοσικάτι, αδύνατος, σγουρομάλλης, με τσιγάρο στο στόμα και μαύρες παντόφλες, αυτές με τη διχάλα που κάθε φορά πρέπει ν’αποφασίσεις πού θα πάνε τα τρία και πού τα δύο δάχτυλα. Βγάζει από την κούτα ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο και το στήνει γρήγορα στην άμμο. Το στολίζει με μια γιρλάντα που θυμίζει λεπτό έντερο κι αυτό γιατί είναι όντως λεπτό έντερο. Με τα λαμπάκια να έχουν περαστεί στο εσωτερικό του. Αυτό ήταν το ένα καλώδιο. Με το άλλο έδωσε ρεύμα στην αυτοσχέδια γιρλάντα φωτίζοντας την. Κόκκινο, μπλε, ή πράσινο εντερί χρώμα έπεφτε στην άκρη του κύματος λίγα λεπτά πριν ο ματωμένος ήλιος χαθεί. Οι νεαροί, αποσβολωμένοι στις πετσέτες, από οριζόντιοι γίνανε ημικαθιστοί και μετά όρθιοι. Ο διακοσμητής απόμερων παραλιών απομακρύνθηκε κι έμειναν ν’αναβοσβήνουν μόνα τους τα λαμπάκια μέσα στο εντεράκι πάνω στο δεντράκι δίπλα στο κυματάκι που’βρεχε το πετραδάκι. Αφού ψάχτηκαν προσεχτικά όλοι μεταξύ τους και σιγουρεύτηκαν ότι έχουν όλοι έντερο κάτσανε πάλι στις πετσέτες τους κι ανοίξανε τα δώρα τους. Τελικά, το καλώδιο βραχυκύκλωσε, τα λαμπάκια σκάσανε, το έντερο σκορπίστηκε στα μούτρα τους και ο ήλιος ξαναβγήκε να δει τί έγινε.

Posted in | Leave a comment

Είναι νεκροί, βιαστείτε (;)


Το τηλεφώνημα στην αστυνομία ήταν σύντομο και αντιφατικό: «είναι νεκροί, βιαστείτε». Το βαν του τηλεοπτικού συνεργείου, το ασθενοφόρο και το περιπολικό στάθμευσαν στην είσοδο της πολυκατοικίας εμποδίζοντας τη διέλευση αυτοκινήτων και δικύκλων. Δεν πέρασαν όμως ούτε είκοσι λεπτά, όταν οι αστυνομικοί και οι τραυματιοφορείς άρχισαν να βγαίνουν από την είσοδο του κτιρίου. Οι ταινίες απαγόρευσης εισόδου μαζεύτηκαν γρήγορα και οι σειρήνες των οχημάτων έσβησαν. Ο εικονολήπτης έκλεισε την κάμερα και μαζί με τη δημοσιογράφο επιβιβάστηκαν σιωπηλά στο βαν του καναλιού. Με σκυμμένο το κεφάλι οι τέσσερις αστυνομικοί μπήκαν στο όχημα τους και χάθηκαν στην κοντινή διασταύρωση. Την απρόσμενη σιωπή διατάραξαν μόνο οι παντόφλες των γειτόνων και τα λάστιχα των οχημάτων δημόσιας ασφάλειας... Ο χώρος του εγκλήματος έμεινε όπως πριν το τηλεφώνημα και οι δεκάδες περίεργοι γείτονες επέστρεψαν στα σπίτια τους σφραγίζοντας καλά πόρτες και παραθυρόφυλλα.

Ο χώρος του εγκλήματος έμεινε όπως πριν

Όσοι μπήκαν στο διαμέρισμα το βράδυ εκείνου του Απρίλη αντίκρυσαν ένα νεαρό ζευγάρι αγκαλιασμένο στο πάτωμα του στενάχωρου σαλονιού, πάνω σ’ένα λευκό χαλί. Νεκροί, παγωμένοι, ενωμένοι σε ένα. Δύσκολα διέκρινες την ασυνέχεια του ενός κορμιού πάνω στο άλλο. Τέρας θα το χαρακτήριζε ένας συγγραφέας επιστημονικής φαντασίας, άγγελο με τέσσερα χέρια ένας ρομαντικός ποιητής. Στις δύο κορυφές του χαλιού, ακριβώς πάνω από τα δύο πτώματα ήταν τοποθετημένα τα κεφάλια των δύο νέων. Δίχως σταγόνα αίματος πουθενά, αποστραγγισμένα, κεφάλια και κορμιά. Στον τοίχο πίσω τους δύο λέξεις γραμμένες με αίμα νέων: «ακούστε μας».

ακούστε μας

Δημοσιογράφοι, αστυνομικοί, γιατροί και συγγενείς του νεκρού ζευγαριού κοιτάζονταν μεταξύ τους προσπαθώντας να καταλάβουν τί είχε συμβεί. Ποιος μπόρεσε να διαπράξει ένα τόσο αποτρόπαιο έγκλημα και γιατί; Τον πανικό τους διέκοψε ένα ηχογραφημένο μήνυμα που ήταν προγραμματισμένο να ξεκινήσει ακριβώς στις 2 π.μ…

Κάθεται στους καναπέδες μαζί σας

«Δε θέλουμε να κλάψετε για μας, να θρηνήσετε ή να καταρραστείτε. Μα ούτε να σας κουράσουμε ψάχνοντας το δολοφόνο μας. Μην τον αναζητήσετε μακριά από τα σαλόνια και τις δουλειές σας. Κάθεται στους καναπέδες μαζί σας. Στέκεται δίπλα σας πάνω από την κάλπη εδώ και δεκαετίες. Σας δίνει το φακελάκι που δίνετε στο δημόσιο υπάλληλο. Σας υποδέχεται στο γραφείο του άθλιου βουλευτή που σας υπόσχεται θέση εις βάρος ενός άλλου νέου που θα μπορούσε να’ναι ο φίλος ή ο έρωτας μας. Δε θέλουμε να πείτε πλέον πολλά. Ο ευνουχισμός μας απαίτησε τον αποκεφαλισμό μας και του τον δώσαμε. Φύγετε, όπως ήρθατε. Καθαρίστε τα χέρια σας από το αίμα μας και συνεχίστε τις ζωές σας σα να μην έγινε τίποτα. Γιατί επί της ουσίας τίποτα δεν έγινε. Τίποτα».

Ο ευνουχισμός μας απαίτησε τον αποκεφαλισμό μας

Posted in | Leave a comment

Σλουρπ



Λούπα αλγηνή οι σκέψεις μου για σένα.

~*~

Το βιολί που παίζεις στο σαλόνι τρομοκρατεί το κλειστό, απογευματινό παράθυρο. Σηκώνομαι να κλείσω την πόρτα να μη σ’ενοχλώ με τις σκέψεις μου και βρίσκεσαι ήδη πίσω μου. Γυρνώ απότομα να σου κλέψω το δοξάρι και η πόρτα σφραγίζει μόνη της το διάδρομο. Σταυροπόδι τώρα κάθεσαι σε θρόνο ψηλό στην άλλη άκρη του δεκάμετρου χαλιού. Ήχοι κοντραμπάσο και όμποε βγαίνουν απ’το βιολί σου που με γονατίζουν. Κλείνω τ’αυτιά μου και πέφτω ανάσκελα στο πάτωμα. Σε βλέπω αναγεννησιακή τοιχογραφία στην οροφή, ανάμεσα στο σκονισμένο φωτιστικό και τη ρωγμή που άφησε ο σεισμός του ξημερώματος. Κάθε σου μορφασμός, ηδονή κι ευχαρίστηση. Κάθε σου βλέμμα απουσία, και όλο πετάγομαι μπας και χωθώ στο πλάνο των ματιών σου. Οι κόκκινες μου παλάμες έχουν ήδη καλύψει μ’αίμα το πρόσωπο, και τα πόδια σου νιώθω να τυλίγουν ασφυκτικά τη μέση μου. Είσαι από κάτω μου, πάνω μου, μπροστά μου, χαλί και οροφή μου, αρχή και τέρμα του ορίζοντα μου. Δεν μπορώ ν’αναπνεύσω, ο διάδρομος έχει γεμίσει αίμα και οι τοίχοι ντύνονται με κατακόκκινα ρόδα.

~*~*~*~

Σώπα, μου λες, και πιες από το αίμα μου.

~*~*~*~*~*~

Εσύ κι ένα πιάνο στη μέση του σαλονιού. Με προσκαλείς ευγενικά να κάτσω να παίξω. Πλησιάζω με περισσή δίψα. Είμαι πανέτοιμος, αν και δεν έχω ποτέ ξαναπαίξει. Σου χαμογελώ. «Ορίστε και τα χέρια σου για να παίξεις», μου λες σχεδόν γελώντας. «Σ’ευχαριστώ», μου λες πάλι, με την κομμένη μου γλώσσα να κυματίζει σα σκισμένο λάβαρο μέσα στο δικό σου στόμα.

Posted in | Leave a comment

Πεζή διάβαση



Στάθηκες τρία μέτρα πίσω από τον άντρα σου καθώς αυτός περπατούσε προς την είσοδο του κλαμπ. Ξημερώματα Κυριακής γύρω στις τέσσερις αφήνω το πόδι από το γκάζι. Λίγα λεπτά πριν, παρκάρατε το πολλών κυβικών αγροτικό σας όχημα πάνω στην υπερυψωμένη διάβαση των πεζών. Πρόλαβα να σας σιχαθώ παρά το προχωρημένο της ώρας. Τράκαρα. Πάνω στο πρόσωπο και τα δακρυσμένα σου μάτια. Περνώ τη διάβαση, με τις ρόδες σε αργή κίνηση. Άδικα βάφτηκες, το ξέρεις πλέον. Μου θύμισες και τον Άλις Κούπερ, που άκουγε ο αδερφός μου μικρός.

Μη μου πεις, ξέρω. Τσακώθηκες με τον αγροίκο σου. Δεν τον αγαπάς πια. Αν τον αγάπησες ποτέ γι’αυτό που είναι. Αλλά έχετε κι ένα παιδί και η κοινωνία τί θα πει και δεν έχεις δική σου δουλειά και ποιος θα σε θέλει τώρα εσένα στα σαράντα φεύγα και η κρίση μας θέλει ενωμένους και δε βαριέσαι. Εγώ καθόλου, εσύ όμως; Πώς θα μπορούσες άλλωστε να τον αγαπήσεις; Εσύ, μια κυρία με δέρμα, που ξέχασε ν’ακολουθήσει τα υπόλοιπα σου κύτταρα στο μονοπάτι του χρόνου, και λευκό σαν πούπουλο καλοθρεμμένης κότας.

Είχα μαζί μου μια μυτερή ομπρέλα. Την είδες στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου καθώς περνούσα δίπλα σου. Αν στην έδινα, ξέρω τί θα την έκανες, αλλά ευτυχώς δεν είναι τρία μέτρα μήκος για να τον φτάσει. Άσε που μια κυρία με μαυροκόκκινο, ξεπλυμένο πρόσωπο δίπλα σε μια ματωμένη διάβαση δεν είναι καθόλου σικ. Όχι λόγω διάβασης, αλλά εξαιτίας των λασπωμένων τροχών του εξωγήινου τέσσερα επί τέσσερα σας ακριβώς πάνω στις γραμμές της. Και από την άλλη αν τον σκότωνες, τί; Θα σε αγαπούσα ή θα σε μισούσα περισσότερο; Όταν άφησα τη διάβαση, δεν είχα καταλήξει πάντως. Ίσως βοηθούσε ο φόνος.

Σ’αφήνω να προλάβω το πράσινο. Ε να μην γκαζώσω ύστερα από τόση αργοπορία για πάρτη σου; Στον κάδο πίσω απ’το αγροτικό άφησα την ομπρέλα. Επειδή έρχεται καταιγίδα στο λέω, όχι για να με κάνεις συνεργό στο έγκλημα. Χαλάρωσε, μεγαλοαστή της επιδότησης και γλυκό πλάσμα του ξημερώματος, μην κάνεις home cinema το home δράμα σου. Τελικά κατέληξα. Σ’αγάπησα.

Φιλάκια

Posted in , | Leave a comment

Δεν έχω λουλούδια να σου δώσω


Δεν έχω λουλούδια να σου δώσω.

Ούτε υλικά να σου χαρίσω.

Οι ώρες μέσα στο σκοτεινό, ξηρό πηγάδι είναι πολλές και η διάθεση μου να γίνουμε ένα μεγάλη.

Κουράστηκα. Θύμωσα. Έφτυσα, σήκωσα παλάμες, απογοητεύτηκα. Έπεσα στο χώμα. Κοίταξα το φως που περνούσε μέσα από τις χαραμάδες και πότιζε το πηγάδι. Φοβήθηκα ρε.

Λουλούδια δεν έχω να σου δώσω.

Δέκα, είκοσι χρόνια από τώρα. Το παιδί σου θα σε ρωτήσει. «Εσύ μπαμπά, τί έκανες;». Τότε οι χαραμάδες θα’χουν σφραγιστεί, η λάσπη θα πέφτει στο μέτωπο σου και θα της είσαι ευγνώμων που δε σου επιτρέπει να το κοιτάξεις στα μάτια.

Μεγάλη η αμαρτία σου, πατέρα. Και η εξομολόγηση στις επόμενες γενιές δίχως συγχώρεση.

Σήκω και πάψε· να φοβάσαι.

Όχι, δεν έχω λουλούδια να σου δώσω.

Θα τα κόψουμε μαζί από τους αγρούς.

Posted in | Leave a comment

Είμαστε νεκροί



Τ’ασθενοφόρα πέρναγαν από μπροστά σου, 
μα η σιωπηρή σου κραυγή κάλυψε τις σειρήνες τους.

Η ανηχιά των συλλαβών σου σκέπασε το ίδιο εύκολα τη γλάστρα που δυο ορόφους πιο πάνω έσπαγε και το μοτίβο του θανάτου που σε τέσσερις τροχούς σερνόταν.

Χτυπούσε ο νους σου πάνω στα χείλια-τείχος που μπροστά τους ύψωσες 
πριν την έξοδο του στον αέρα.

Απόγευμα Πέμπτης ήταν, όταν το καλοκαίρι γλιστρούσε στα μαλλιά σου 
και σε θερμοκρασίες καύσωνα βουτούσε τα ήδη υγρά σου μάτια.

Η πορεία συνέχιζε, μα εσύ σταματημένη· δίπλα στο ματωμένο πεζοδρόμιο το νεαρό σου δέρμα να σκίζει και τα παγωμένα σωθικά στο τσιμέντο να χύνει.

Είμαστε νεκροί, ψέλλισες, και από τη ράχη της μύτης δάκρυα τρέχανε.

Όχι ακόμα, σου φώναξαν, και ένα έγινες πάλι με την ορμή των διαδηλωτών.

Posted in | Leave a comment

Dead end



Ξυπνάω μέσα στα βαθιά χαράματα τρεις φορές τη βδομάδα. Εδώ και δύο μήνες, αυστηρά τρεις φορές. Όλες μου οι σκέψεις και πράξεις έχουν αποκτήσει τον κβαντισμένο προγραμματισμένο που επιτάσσουν οι σύγχρονες οδηγίες. Fitter-happier-more productive. Από τα βλοσυρά κουτιά με τις αυστηρά κάθετες και οριζόντιες γραμμές που μόνο ενενήντα μοίρες συναντάς, έχω κρατήσει μόνο κάτι όνειρα εκτός. Μα δε φτιάχνει η φύση ορθές γωνίες και η μοίρα σου μία μόνο είναι. Μέχρι πρόσφατα είχα κρατήσει έξω και τους εφιάλτες μου. Τους θυσίασα όμως για να προφυλάξω τα «κάτι όνειρα», δεν είχα εναλλακτική. Ή μήπως είχα; Ή μήπως έχουμε;

Με ξυπνάει μια εικόνα. Βλέπω από ψηλά το χάρτη της χώρας και αργά αργά απομακρύνομαι. Μέχρι και στους εφιάλτες ενσωμάτωσα υψηλή τεχνολογία. Terror embedding. Ο χάρτης είναι κόκκινος, γεμάτος ανθρώπινα πτώματα – αριστερό χέρι βουτηγμένο στο Αιγαίο, κορυφή της Πίνδου σκίζει κοιλιά παιδιού. Σάρκες δαγκωμένες και όρνια χορτάτα να πετάνε. Καταρράκτες αίματος αφήνουν τη στεριά και χύνονται στις θάλασσες. Κραυγές μανάδων μου τρυπάνε τ’αυτιά. Ξυπνάω ιδρωμένος πιάνοντας την κοιλιά μου που ακόμα κλειστή είναι.

Τερμάτισα τον εφιάλτη. Όταν το αποφάσισα ο ίδιος αμυνόμενος στην πραγματικότητά του. Από μικρός κατεδαφίζω. Γκρεμίζω ό,τι δημιουργώ επανεκκινώντας το από μηδενική βάση ή αντικαθιστώντας το με κάτι που θα κατεδαφίσω την επόμενη φορά.

Φοβόμαστε να γκρεμίσουμε κάτι που θεωρούμε σάπιο. Κάτι που ολημερίς λοιδορούμε και το βράδυ καταρριόμαστε. Ο ήλιος, πέντε άνθρωποι, ένας βράχος και οι ιδέες μας ό,τι πολύτιμο μας έμεινε. Τα έχουμε εξασφαλίσει. Αυτή είναι η καβάτζα μας, τίποτα άλλο. Πόσο χειρότερο μπορεί να είναι το τελικό μας δημιούργημα έπειτα από μια ολική κατεδάφιση; Πόσο δύσκολο είναι να τερματίσουμε οι ίδιοι τον εφιάλτη μας; Τί περιμένουμε άραγε;

Posted in | Leave a comment

ShareThis

Search

Swedish Greys - a WordPress theme from Nordic Themepark. Converted by LiteThemes.com.