Archive for 1/11/10 - 1/12/10

Kuipersstraat – μέρος Ι





Έστριψε από τη γωνία της οδού Kuipersstraat δίχως να ελέγξει. Τα μάτια της ήταν καρφωμένα στο μπροστινό λάστιχο του ποδηλάτου της. Παρατηρούσε την εναλλαγή στεγνού με βρεγμένο στις ράγες του και θυμήθηκε τα λόγια του: «προσπάθησε να μένεις μόνο στο στεγνό ή μόνο στο βρεγμένο, γιατί αλλιώς θα γλιστρήσεις πιο εύκολα». Δεν ήξερε αν είχε κάποιο νόημα αυτή του η συμβουλή. Από μέσα της έλεγε πως μάλλον μαλακία ήταν, αλλά δεν είχε σημασία και γελούσε. Τη γοήτευε το ενδιαφέρον του. Η προσπάθεια του να φανεί άντρας και να την βοηθήσει με τις δυσκολίες της βροχερής καθημερινότητας στο Άμστερνταμ ήταν αρκετή για να αγνοήσει οποιαδήποτε ένσταση φυσικής είχε για την προτροπή του.

Στα 18 τους έδωσαν το πρώτο τους ραντεβού στο café της ίδιας γωνίας. Έξι η ώρα το απόγευμα, Σάββατο ενός μουντού Νοέμβρη. Τα σύννεφα είχαν καλύψει τις οροφές των σπιτιών και τα πιο τολμηρά απ’αυτά σεργιάνιζαν στα σκοτεινά κανάλια της πόλης. Δεν έβρεχε κι έτσι η αναμονή του έξω από το café δεν είχε ιδιαίτερες τεχνικές δυσκολίες. Η καθαρή βιτρίνα μάλιστα του επέτρεπε να τσεκάρει ξανά και ξανά ότι δεν είχε υπολείμματα φαγητού πάνω στα σιδεράκια των δοντιών. Τη βοήθησε να κατέβει από το ποδήλατο και αμήχανα τη συνόδευσε μέχρι το τραπέζι τους. Άνετη, ως η ωραία του σχολείου εκείνη, πίστεψε ότι του έκανε χάρη που βγήκε μαζί του. Όταν συνειδητοποίησε ότι ύστερα από είκοσι λεπτά συζήτησης φορούσε ακόμα τον κίτρινο της σκούφο, κατάλαβε ότι κανείς δεν έκανε χάρη σε κανέναν. Τα φώτα του café και οι σκιές τους βουτούσαν στο κρύο νερό, καθώς εκείνοι χάζευαν τον γείτονα στο νερό να γυαλίζει την τρομπέτα του. Μόνιμα πάνω στη ράχη του νερού αυτός και το σκάφος του που για χρόνια έμαθε να ξαποσταίνει πάντα στην ίδια όχθη του ίδιου καναλιού.

Posted in | 5 Comments

Ένα μόνο, ένα





Στεκόταν στη σκιά του για χρόνια περιμένοντας ένα άγγιγμα. Δεν επέτρεψε ποτέ σε οποιοδήποτε συναίσθημα να φτάσει σ’αυτόν. Συχνά τον κοιτούσε να κινεί τα χέρια και τη ματιά του στο χώρο και βυθιζόταν στη σκέψη. Τον άκουγε να μιλάει και ήξερε ότι τα αυτιά βοηθούσαν στη σύλληψη του γεγονότος. Το ίδιο γινόταν με τα μάτια όταν παρατηρούσε τις βαθιές ρίγες στο κάτω χείλος του. Όποτε δένανε τα χέρια άφηνε τον έλεγχο στο σύστημα της αφής. Όταν όμως πονούσε, δάκρυζε, έκλαιγε, μισούσε, θύμωνε και πείσμωνε, φοβόταν ότι τίποτα δεν μπορούσε να ελεγχθεί. Ότι τα πολλά απλωμένα νοητά χέρια που εμπόδιζαν τη φυγή των συναισθημάτων μακριά από την πηγή τους, χάνονταν μονομιάς.

Ανησυχούσε για τον κόσμο των αισθημάτων, τη δημιουργία των οποίων πάντα θαύμαζε, αλλά αδυνατούσε να βάλει σε καλούπια και κανόνες. Και αυτό ήταν σωτήριο, καθώς η κανονικοποίηση τους δε θα επέτρεπε τη γέννηση τους. Δεν τον αγαπούσε μόνο γι’αυτό που ήταν. Τον αγαπούσε, γιατί ήταν η μεγαλύτερη έμπνευση δημιουργίας. Η παρουσία του και μόνο, ο ήχος του, το δέρμα του, η μυρωδιά του, αποκτούσαν διάσταση απόκοσμη και αιτία σωματικής και πνευματικής εγρήγορσης. Αλλά ποτέ δεν έφτασε στο σημείο να του τα πει όλα αυτά. Γιατί άλλωστε; Όλα αυτά ήταν τόσο λίγα μπροστά σε ένα άγγιγμα. Ένα άγγιγμα μόνο.

Posted in | 4 Comments

She gave him fever – μέρος 3/3



Κενό· δεν είχε προγραμματίσει καμιά της κίνηση. Δεν της είχε περάσει ποτέ ξανά από το μυαλό. Συνόδευσε τα μικρά στο υπνοδωμάτιο τους, τα σκέπασε με μία μπεζ, λεπτή κουβέρτα και τα καληνύχτισε δίχως να τα κοιτάξει στα μάτια. Στον καθρέπτη του διαδρόμου φάνηκε να βηματίζει γρήγορα. Τον κοίταξε φευγαλέα με την άκρη του ματιού της. Στο γυαλί αποτυπώθηκε το ψυχρό, αποφασισμένο βλέμμα. Χαμογέλασε πονηρά, έκανε ένα βήμα πίσω κι έσκυψε μπροστά του. Σηκώθηκε απότομα κρατώντας μια κόκκινη γόβα. Το καστανό της μάλλι φαινόταν ξένο γύρω από το κατάλευκο, παγωμένο της πρόσωπο.

5. 4. 3. 2. 1. Ισόγειο. Το ρολόι με την Ακρόπολη στο φόντο, ακριβώς απέναντι από την πόρτα του ασανσέρ στο ισόγειο, έδειχνε 01:25. Στο ραδιόφωνο ακουγόταν η Peggy Lee: fever isn’t such a new thing, fever started long time ago. Τον βρήκε γυρμένο στην καρέκλα του θυρωρού να λαγοκοιμάται. Ονειρευόταν πάλι μυστηριώδεις, πρόστυχες ντίβες βαπτισμένες στο χρήμα και τη χλιδή. Γυναίκες που ποτέ δε θα μπορούσε να’χει στο κρεβάτι του. Γυναίκες ηδονικά απόκοσμες, ψεύτικες και τέλειες σαν πορσελάνινες κούκλες. Ήταν ερεθισμένος. Ξύπνησε από τη σκιά της και την παιδική μυρωδιά των ρούχων της που πάντα τον ξενέρωνε.

Από τη στιγμή που έκλεισε την πόρτα του παιδικού δωματίου μέχρι τη νυχτερινή τους συνάντηση είχε κλείσει ελάχιστες φορές τα βλέφαρα της. Τον παραξένευσαν τα γουρλωμένα της μάτια και τη ρώτησε αν είχε πυρετό. «Όχι». Η πλάγια επιφάνεια της γόβας έπεσε πάνω στο αριστερό του μάγουλο. Γλίστρησε στο πάτωμα. Η γόβα, το μπρελόκ με τα κλειδιά και ο μαύρος φακός ολοκλήρωσαν το έγκλημα. Η καρέκλα κυκλώθηκε από μία λίμνη αίματος. Όταν εκείνη γύρισε να φύγει, το σχήμα των οπισθίων του στην καρέκλα μόλις είχε αρχίσει να χάνεται. Μαζί με αυτόν.

Posted in | 2 Comments

ShareThis

Search

Swedish Greys - a WordPress theme from Nordic Themepark. Converted by LiteThemes.com.