Έστριψε από τη γωνία της οδού Kuipersstraat δίχως να ελέγξει. Τα μάτια της ήταν καρφωμένα στο μπροστινό λάστιχο του ποδηλάτου της. Παρατηρούσε την εναλλαγή στεγνού με βρεγμένο στις ράγες του και θυμήθηκε τα λόγια του: «προσπάθησε να μένεις μόνο στο στεγνό ή μόνο στο βρεγμένο, γιατί αλλιώς θα γλιστρήσεις πιο εύκολα». Δεν ήξερε αν είχε κάποιο νόημα αυτή του η συμβουλή. Από μέσα της έλεγε πως μάλλον μαλακία ήταν, αλλά δεν είχε σημασία και γελούσε. Τη γοήτευε το ενδιαφέρον του. Η προσπάθεια του να φανεί άντρας και να την βοηθήσει με τις δυσκολίες της βροχερής καθημερινότητας στο Άμστερνταμ ήταν αρκετή για να αγνοήσει οποιαδήποτε ένσταση φυσικής είχε για την προτροπή του.
Στα 18 τους έδωσαν το πρώτο τους ραντεβού στο café της ίδιας γωνίας. Έξι η ώρα το απόγευμα, Σάββατο ενός μουντού Νοέμβρη. Τα σύννεφα είχαν καλύψει τις οροφές των σπιτιών και τα πιο τολμηρά απ’αυτά σεργιάνιζαν στα σκοτεινά κανάλια της πόλης. Δεν έβρεχε κι έτσι η αναμονή του έξω από το café δεν είχε ιδιαίτερες τεχνικές δυσκολίες. Η καθαρή βιτρίνα μάλιστα του επέτρεπε να τσεκάρει ξανά και ξανά ότι δεν είχε υπολείμματα φαγητού πάνω στα σιδεράκια των δοντιών. Τη βοήθησε να κατέβει από το ποδήλατο και αμήχανα τη συνόδευσε μέχρι το τραπέζι τους. Άνετη, ως η ωραία του σχολείου εκείνη, πίστεψε ότι του έκανε χάρη που βγήκε μαζί του. Όταν συνειδητοποίησε ότι ύστερα από είκοσι λεπτά συζήτησης φορούσε ακόμα τον κίτρινο της σκούφο, κατάλαβε ότι κανείς δεν έκανε χάρη σε κανέναν. Τα φώτα του café και οι σκιές τους βουτούσαν στο κρύο νερό, καθώς εκείνοι χάζευαν τον γείτονα στο νερό να γυαλίζει την τρομπέτα του. Μόνιμα πάνω στη ράχη του νερού αυτός και το σκάφος του που για χρόνια έμαθε να ξαποσταίνει πάντα στην ίδια όχθη του ίδιου καναλιού.





