Δύσκολοι καιροί για φλούδες μανταρινιού. Από σκουφάκια στις ζεστές εσοχές των αναμμένων καλοριφέρ κατέληξαν μόνιμες κουκούλες στους χυμώδεις σάκκους των κουκουτσιών.
Τράβηξε την κουβέρτα από πάνω της και γυμνόστηθη ξάπλωσε δίπλα στη φάτνη των Χριστουγέννων. Στο βραδινό της στέρνο χτύπησε φωτεινό μπλε, κόκκινο, πράσινο, μπλε, κόκκινο, πράσινο. Τα κρύα της δάχτυλα παίζανε με μια βιβλική φιγούρα-κομπάρσο του σκηνικού της φάτνης. Βοσκός ήταν; Το παιδί για όλες τις δουλειές μέχρι να φτάσουν οι μάγοι; Δεν ήξερε. Ήταν όμως αρκετός για να τη θυμώσει. Λίγο ο παρακατιανός του ρόλος, λίγο η αξυρισιά του, την έκανε να θυμηθεί τα κομμουνιστικά της. Του φώναξε «κουράγιο, σύντροφε» ανάμεσα σε δύο συνεχόμενα κόκκινα. Κόκκαλο ο σύντροφος βέβαια, επικά ανέκφραστος. Σαν το κοκκαλάκι της που κρύωνε και βαθμούς του Κελσίου ζητιάνευε. Πολυτέλειες για καταθλίψεις δεν έχουμε φέτος, σκέφτηκε. Το είχε αποφασίσει άλλωστε από του Αγίου Νικολάου, όταν έφαγε την γκλομπιά στην πλάτη. Τότε που γύρω της είχε μόνο μπλε, άσπρο, μπλε, άσπρο.
Και το μαλλί. Δεν είναι μέρες που απαιτούν μαλλί φτιαγμένο. Έβγαλε το πιαστράκι και το’κλεισε στα μάτια της ηγετικής νεογέννητης φιγούρας της φάτνης. «Μη βλέπεις εσύ». Σηκώθηκε κι έβγαλε τ’άστρο από την κορυφή του δέντρου. Έσκυψε ταπεινά και το τοποθέτησε δίπλα στον κομπάρσο της φάτνης επισκιάζοντας έτσι κάθε άλλο πρωταγωνιστή του παραμυθιού. Αυτός άλλωστε το’χει μεγαλύτερη ανάγκη από τους άλλους. «Έτσι δεν είναι σύντροφε;», είπε κι έφτυσε το κουκούτσι.




Δημοσίευση σχολίου