[ρωγμές]
Το χαρτί έγραφε πάνω σόφτεξ. Σοφτ, όπως απαλή και αθώα ήταν η παρθένα ζωή της στα προάστια της Τιμισοάρα και εξ γιατί μόνο το «ήταν» έχει απομείνει πλέον στα χέρια της από εκείνες τις μέρες. Καθάρισε τα υγρά του από τα αψεγάδιαστα μάγουλα της και σηκώθηκε όρθια. Το καθαρό ροδαλό της θύμισε το τελευταίο φιλί του παππού λίγες μέρες πριν φύγει για Ελλάδα. Το όνειρο σάπιο, αλλά γυαλιστερό στον αφρό. Η πραγματικότητα σκληρή και τα χρήματα λίγα. Το ξύλο πολύ και η κραυγή υπόκωφη. Τί να την κάνεις μια ζωή, όταν σε όνειρο έχει πλέον αναχθεί ένα κυνηγητό, μία καταδίωξη, μία απόδραση, μία επιστροφή ίσως στο πάντα ροδαλό.
Φώτα που από κόκκινα ξεθώριασαν σε ψυχρά λευκά αφήνοντας πλέον και την παραμικρή ρωγμή να φανεί. Σε ποιον, θ’αναρωτηθεί και η ίδια. Μόνο ρωγμές δεν παρατηρεί το μάτι του πελάτη. Τρύπες που γεμίζουν με σάρκα και πάντα άδειες μένουν. Πράξεις μιας βραδιάς που καθρεπτίζουν πάνω στο σκληρό χαρτονόμισμα τις ανάγκες χρόνων. Τόσο της ίδιας όσο και του νυχτερινού επισκέπτη. Του ντόπιου, του οικογενειάρχη, του εργαζόμενου που σε αντίθεση με αυτήν δε φοβάται να κοιτάξει στα μάτια την ακόμα πιο φοβισμένη γειτόνισσα. Εκείνου που ενδεχομένως πρεσβεύει τ’όνειρο της που γυάλιζε και σάπισε. Πόσο ξεγελάστηκε από τ’ωραίο που κρυβόταν στα σπλάγχνα του αγοραίου.
Πόρνη νεαρή στο δέρμα και γριά στα σκέλη, γυναίκα δέκτη και κυρία όσο λίγες γειτόνισσες σου, κορίτσι πρόσφυγα που ιοί του κρεβατιού το σώμα σου γδέρνουν, δούλα του ιερού και μαχήτρια του ονείρου, τα σέβη μου.




Δημοσίευση σχολίου