[κρακ]
Σιωπή κι απόψε στα νεκροταφεία και φτάνει στο αυτί ένα αίσθημα κενού όλο
και πιο οικείο. Με μια μικρή ηχώ που θέλει κάτι να πει, μα φοβάται τη σκιά της.
Σαν κι αυτήν που επιστρέφει μετά από μια βόλτα στα χωράφια κι ένα παιχνίδι με
τον σκούρο πάτο του σκονισμένου πηγαδιού. Από τ’απογεύματα που το περπάτημα
ανάμεσα σε ζωντανούς στο κέντρο της πόλης σε ταξιδεύει πάνω σε φρέσκα και
ανθοστολισμένα μνήματα. Τα πρόσωπα των ζωντανών θαμπά και σκυφτά,
αγκυροβολημένα να παρακολουθούν πιστά τις σχισμές των πεζοδρομίων. Τουλάχιστον
αυτά των νεκρών έχουν μόνο ένα νοητό μάρμαρο να τα χωρίζει από τον ανοιχτό
ουρανό και κοιτάνε πάντα μπροστά. Των ζωντανών πάλι, θαρρείς πως αν καταφέρεις
να δεις μάτια σταθερά για λίγα δευτερόλεπτα, θα σημάνει η καμπάνα της
επανάστασης. Ναι, έτσι τη θέλω την αλλαγή. Αυτόματη, επίπονη, ν’ακούγονται
αλυσίδες να σπάνε, ν’ανοίγουν βαθιά στα δυο τα πεζοδρόμια, ν’ανακαλύπτεις τα
πρόσωπα, που πάντα δίπλα σου ήταν βέβαια, αλλά τώρα επιτέλους κατάφερες να μοιραστείς
ένα κοινό βλέμμα. Γιατί η σιωπή των νεκροταφείων σκέπασε τις πόλεις και μόνο το
χυμένο αίμα και το άγγιγμα του ζεστού θα μας ξεχωρίζει σε λίγο από τους
οριζόντιους ταξιδιάρηδες.




Δημοσίευση σχολίου