Archive for 1/8/12 - 1/9/12

Στα ξανά


Στα ξανά ήπια πάλι κι έκοψα το τιμόνι απότομα στο στενό σου από κάτω
Σ’αυτά τα ξανά που παγίδες στήσανε σε κάθε σκαλοπάτι του ξημερώματος
Που ανθρώπους των κάδων με βοήθησαν να γνωρίσω
Και να κερδίσω και να χάσω και να κλάψω και απ’το χέρι να σ’αρπάξω
και να σου πω το τώρα πόσο ύπουλο, μα και πόσο ακέραιο είναι
Και να σταθώ πάλι στις σκιές του παραθύρου να σε βλέπω να μη βολεύεσαι
στο μαξιλάρι που εξαιτίας μου πρώτη φορά το κεφάλι σου βύθισες
Που του μπουκαλιού το χρώμα μ’ανάγκασες πάλι να δω αδειάζοντας το,
για να κάνω τον αποχαιρετισμό μας επιτέλους ανώδυνο
Και χαμογελώντας να μπορέσω να σε φιλήσω,
για να μη γευτείς το γαμώτο στην άκρη της γλώσσας μου
Το δίλημμα να λιώσεις με το δυνατό κλείσιμο του καπώ
Τα βλέφαρα σου να κλείσω με τα δυο μου χέρια ενώ δεν κοιμάσαι
και να σε βάλω να μου πεις απλά καλημέρα, εκεί δίπλα στη βαλίτσα
Όταν η ώρα είναι 8 το απόγευμα και το εισιτήριο συμφωνεί με τους δείκτες
Μα μαζί μου τσακώνεται και δίπλα στις ρόδες του αυτοκινήτου
πέφτουμε στα ματάκια σου μπροστά να καυγαδίσουμε
μα πάντα αυτό κερδίζει, το γαμημένο το χαρτί
με τους δυο προορισμούς, τις τέσσερις ώρες,
τα δύο ξανά,
το ένα μείνε

Posted in | Leave a comment

Ενδοχλεύια




Τί εννοείς «είμαι ξένος στην ίδια μου τη χώρα, όταν φοβισμένοι νοικοκυραίοι και πουλημένοι αρχηγίσκοι την κουμαντάρουν και σηκώνουν τείχη κάθε μέρα ανάμεσα σ’αυτούς και σ’ό,τι απειλεί τη βολή τους, τις καταθέσεις και τις θέσεις, την καβάτζα παραμονής μέσα στο σπίτι, πίσω από παράθυρα και λάφυρα, καλωδιωμένοι μπροστά από τηλεοράσεις και εφημερίδες, τις ελέγξιμες πύλες προπαγάνδας που σκατά γεμίζουν τα μυαλά και πνίγουν στην μπόχα το «σήκω να φωνάξεις» και στον αφρό βγάζουν το «μισώ ό,τι ξένο» και το κυνηγώ να το σκοτώσω, γιατί αυτό φταίει για το κακό και τη μιζέρια, αυτό και μόνο αυτό απειλεί τις δομές μου, γι’αυτό και ο νοικοκυραίος καυλώνει με τείχη στα σύνορα και «σκούπες» στις πόλεις για να ξορκίσει το άλλο, το και καλά διαφορετικό, το απρόσκλητο, λες και τον κάλεσε ποτέ κανένας εδώ να φυτεύει μίσος και φόβο, φόβο ότι το μόνο που μας δίνει ελπίδα είναι ένα νόμισμα και γι’αυτό θα κόψει και το πόδι της γιαγιάς αν χρειαστεί, της γιαγιάς που τώρα πια δε θυμάται αλλά κάποτε ανέβαζε τρόφιμα στα βουνά, αυτά που μετανάστες εσωτερικού θα γεμίσουν, εκεί και στα μικρά νησιά, για ν’αφεθούν οι πόλεις να εκραγούν από φόβο και μισαλλοδοξία, σαν τεράστιοι βόθροι που ξεχείλισαν και τίναξαν μυαλά στον αέρα για να περάσει μετά η σφουγγαρίστρα να τις καθαρίσει και ο κηπουρός την παπαρούνα να φυτέψει»;

Posted in | Leave a comment

ShareThis

Search

Swedish Greys - a WordPress theme from Nordic Themepark. Converted by LiteThemes.com.