Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σάλιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

άφωνο


κάποτε τα λόγια μας τις σκέπαζαν, όπως η υπερπροστατευτική μάνα το παιδί της μέσα στον Ιούλη, και αγκομαχούσαν από κάτω οι σιωπές
πνιγμένες
απ’τη φλυαρία της τηλεπερσόνας, του πολιτικού, του συναδέλφου, του φίλου, του νεαρού εραστή

μα τα λόγια γλίστρησαν απ’τα σκεπάσματα, όπως γλιστρά το φως απ’τις ξερές πλαγιές το σούρουπο
και οι σιωπές πλημμύρισαν το χρόνο μας,
όχι πλέον μονάχα στο μοναχικό ξύπνημα του χωρισμένου, στη σκοπιά του φαντάρου, στον πόνο του αρρώστου, στην πείνα του αστέγου,
κι έτσι άκαμπτοι πια κοιταζόμαστε με πανικό μόλις μερικές δεκάδες λέξεων πλησιάσουν έστω και ελάχιστα στη συλλογική μας αποκάλυψη

και όπως χάθηκαν τα λόγια, 
έτσι θα πεθάνουν και οι σιωπές,
και θα μείνουμε μόνοι μέσα στον εκκωφαντικό θόρυβο,
όσο τα πάντα γύρω μας εκρήγνυνται
και μάταια πια την αυγή μας βαφτίσουν κραυγή


Posted in | 2 Comments

αναβοσβήνω πορτοκαλί




Η θεία Βαγγελιώ άνοιγε τ'αποσμητικά χώρου και περίμενε να βγουν λουλούδια από μέσα, όπως στη διαφήμιση. Την κοίταζα περίεργα, ήμουν-δεν ήμουν δέκα, μέχρι που ένα απόγευμα ένιωσα λεβάντα να μου γαργαλά το γόνατο.
*
Οι κυρίες στο βιβλιοπωλείο με κοίταζαν περίεργα όσο ξεφύλλιζα βιβλία. Το σίγμα ήταν σε ράφι πάνω απ’τη σκάλα και αναγκάστηκα ν’ακροβατήσω σε δυο σκαλοπάτια για να διαβάσω τα κάθετα ονόματα των ποιητών στο χαρτί. «Σαχτούρη δεν έχετε εδώ;». «Όχι, να σας παραγγείλω;». «Ναι, έναν που να μην πονά, παρακαλώ». 
*
Μετά τις χορευτικές μου φιγούρες βγήκα στο θορυβώδη δρόμο και θυμήθηκα το φεγγάρι που πέθανες χθες το βράδυ όταν μου’πες καληνύχτα αντί για πάλι και τον τρελό που με γοργό βήμα πέρασε προκλητικά από μπροστά μου σαν να τα’ξερε όλα. Απέναντι, το χαλασμένο φανάρι αναβόσβηνε πορτοκαλί, κολλημένο μεταξύ φύγε και μείνε. Λες και διάλεγε κι αυτό βιβλία πριν στηθεί στο σταυροδρόμι, λες και το κοιτούσαν κι αυτό περίεργα οι κυρίες, λες και το φανάρι ήμουν εγώ.
*
Παρατηρώ, ότι τις στιγμές που νιώθω αδύναμος είμαι σίγουρος ότι θα επιλέξω τη μετανάστευση και τα λεπτά που οι ανάσες μου ακούγονται, επιλέγω να μείνω στη χώρα. Αναβοσβήνω πορτοκαλί δηλαδή και δυστυχώς δε ζει η θεία Βαγγελιώ να με πείσει ότι ανάβω πράσινο ή κόκκινο.

Posted in | 3 Comments

Ενδοχλεύια




Τί εννοείς «είμαι ξένος στην ίδια μου τη χώρα, όταν φοβισμένοι νοικοκυραίοι και πουλημένοι αρχηγίσκοι την κουμαντάρουν και σηκώνουν τείχη κάθε μέρα ανάμεσα σ’αυτούς και σ’ό,τι απειλεί τη βολή τους, τις καταθέσεις και τις θέσεις, την καβάτζα παραμονής μέσα στο σπίτι, πίσω από παράθυρα και λάφυρα, καλωδιωμένοι μπροστά από τηλεοράσεις και εφημερίδες, τις ελέγξιμες πύλες προπαγάνδας που σκατά γεμίζουν τα μυαλά και πνίγουν στην μπόχα το «σήκω να φωνάξεις» και στον αφρό βγάζουν το «μισώ ό,τι ξένο» και το κυνηγώ να το σκοτώσω, γιατί αυτό φταίει για το κακό και τη μιζέρια, αυτό και μόνο αυτό απειλεί τις δομές μου, γι’αυτό και ο νοικοκυραίος καυλώνει με τείχη στα σύνορα και «σκούπες» στις πόλεις για να ξορκίσει το άλλο, το και καλά διαφορετικό, το απρόσκλητο, λες και τον κάλεσε ποτέ κανένας εδώ να φυτεύει μίσος και φόβο, φόβο ότι το μόνο που μας δίνει ελπίδα είναι ένα νόμισμα και γι’αυτό θα κόψει και το πόδι της γιαγιάς αν χρειαστεί, της γιαγιάς που τώρα πια δε θυμάται αλλά κάποτε ανέβαζε τρόφιμα στα βουνά, αυτά που μετανάστες εσωτερικού θα γεμίσουν, εκεί και στα μικρά νησιά, για ν’αφεθούν οι πόλεις να εκραγούν από φόβο και μισαλλοδοξία, σαν τεράστιοι βόθροι που ξεχείλισαν και τίναξαν μυαλά στον αέρα για να περάσει μετά η σφουγγαρίστρα να τις καθαρίσει και ο κηπουρός την παπαρούνα να φυτέψει»;

Posted in | Leave a comment

Φίλε, πνίγομαι



Φίλε, πνίγομαι.

Βλέπω καταθλιπτικές προτάσεις να γεμίζουν το κεφάλι μου και λέξεις άλλες να μη χωράνε σ’αυτό πλέον. Ένα «αδιέξοδο» να ξεχειλίζει απ’το δεξί μου αυτί, ένα «μίσος» να κρέμεται απ’το ρουθούνι, μία «αυτοκτονία» να’χει συρράψει τα δυο μου χείλη. Κάθομαι παγωμένος απέναντι στη φωτογραφία με τους φράχτες και τους μετανάστες από πίσω σαν περιφερόμενα ζόμπι. Βρίζω μπροστά στη φωτογραφία της νεαρής πόρνης, θύματος trafficking, εκμετάλλευσης και ρατσισμού. Μουδιάζω στο άκουσμα των υποκριτικών δηλώσεων για προστασία του κοινού καλού. Στέκομαι απελπισμένος μπροστά στις φωτογραφίες συνομήλικων μου που κυματίζουν ελληνικές σημαίες σε ομιλίες αποτυχημένων πολιτικών αρχηγών. Αφήνω το ποτήρι στο τραπέζι, καθώς ακούω φίλη να μου περιγράφει την αυτοκτονία 50χρονου γνωστού της όχι λόγω οικονομικών προβλημάτων, αλλά μη αντέχοντας το κοινωνικό σήμερα.  Σταματάω στην άκρη του δρόμου για να δω από απόσταση μια κοινωνία να χτίζει τούνελ εξόδου από την απόγνωση πάνω στο μίσος και τον αποκλεισμό. Αλλά αυτή η απόσταση είναι μόνο στο μυαλό μου και μόνο για λίγα δευτερόλεπτα. Γιατί αμέσως μετά με ρωτά ο διπλανός μου τί θα ψηφίσω. Και θέλω να του πω, πως δε θέλω να ψηφίσω, θέλω να φτάσω στο βαθύ πυρήνα αυτού που λέγεται ελληνική κοινωνία και να την ανατινάξω. Και τότε νιώθω τους σφυγμούς μου ν’ανεβαίνουν και τα χέρια μου να πιάνουν το κεφάλι μου απελπισμένα.

Φίλε, πνίγομαι, γιατί δεν ξέρω πώς να το τελειώσω όλο αυτό.

Posted in | Leave a comment

Να φύγουμε ρε


Να φύγουμε όλοι από τη χώρα.

Να την κλειδώσουμε, να πετάξουμε τα κλειδιά και να φύγουμε μακριά πολύ. Τόσο που ούτε φύλλο ελιάς δε θα γυρνά στις κραυγές του νόστου.

Ν’ακούγονται μόνο οι γλάροι στα πελάγη, τα σκυλιά στη στεριά και η βροχή στην άσφαλτο. Να μπουν οι αγριόχοιροι στις πόλεις και ν’ακούνε μόνο το τρίξιμο της σκουριασμένης λαμαρίνας. Να κάνει ο βράχος στη θάλασσα έρωτα, μακριά απ’το αδιάκριτο βλέμμα του Έλληνα.

Να φύγουμε ρε.

Όλοι.

Posted in | Leave a comment

ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟ: συνέντευξη της καρέκλας από το Ίλιον



Πείτε μας λοιπόν, πώς νιώσατε γι’αυτήν την πρώτη σας συμμετοχή;

Ναι, κοιτάξτε, εμείς ως κλάδος επίπλων έχουμε συμμετάσχει και σε παλιότερες διαμαρτυρίες σας, απλά τώρα έτυχε να προβληθεί περισσότερο αυτή.

Πού αποδίδετε αυτήν την επιπλέον δημοσιότητα;

Στο πλάνο. Ήταν ερασιτεχνικό, αλλά πολύ καλό. Έπιασε καλά στον αέρα και τα τέσσερα πόδια, φάνηκε περί τίνος πρόκειται.

Αν και δε φαίνεται στα λεγόμενά σας, διακρίνω μία πικρία στο κάθισμα σας.

Το ίδιο θα νιώθατε κι εσείς, αν αιώνες ιστορίας και προσφοράς υποσκελίζονταν από μικρά, πλαστικά κεσεδάκια; Εμείς, ξέρετε, έχουμε σηκώσει κώλους και κώλους στα πόδια μας. Είμαστε οι μοναδικές μη ανθρώπινες παρουσίες σε όλες τις μεγάλες υπογραφές συνθηκών και συμφωνιών. Τί Βερσαλίες, τί Βάρκιζες, τί Σέβρες, τί Γιάλτες, τί Παρίσια, τί Λονδίνα, τί Κιότα, τί Βρυξέλλες, χρειάζεται να πω κι άλλα;

Μήπως λοιπόν η ουδέτερη στάση σας τόσους αιώνες έχει ληφθεί ως φιλοκαθεστωτική; Και εξ ου η μη χρησιμοποίηση σας στις σύγχρονες διαμαρτυρίες;

Μα τί θέλατε να κάνουμε, κύριε; Να γαργαλάμε πισινούς την ώρα των υπογραφών ή να αυτοκτονήσουμε σπάζοντας στα δύο; Ποιο μήνυμα θα περνούσαμε έτσι στις επόμενες γενιές καρεκλών; Της καρέκλας «όχι σε όλα»; Της καρέκλας-καμικάζι; Σας παρακαλώ, εμένα η προγιαγιά μου σήκωσε τη Μαρία Αντουανέτα. Κώλο βέβαια δεν κατάλαβε ποτέ με τόσα στρώματα ρούχων που φορούσε, αλλά τέλος πάντων.

Καταλαβαίνω. Έχετε μήπως σκεφτεί ότι η μη πρόσκληση σας στις σημερινές διαμαρτυρίες είναι ένδειξη σεβασμού στην ιστορία σας και όχι υποτίμησης της;

Μα ελάτε τώρα, είστε ευφυής ρεπόρτερ για δίποδο. Σταθείτε δίπλα σ’έναν Έλληνα μ’ένα αντικείμενο, την ώρα που μιλά μπροστά του ένας οποιοσδήποτε πολιτικός. Θα του το πετάξει ό,τι κι αν είναι αυτό! Είμαστε θύματα συνωμοσίας των γιαουρτιών, αγαπητέ.

Μα καθίστε μισό λεπτό τώρα.

Μόνιμα.

Με τα γιαούρτια έχετε ένα σπουδαίο κοινό σημείο αναφοράς. Τετράποδα ζώα τα φτιάχνουν, τετράποδα κι εσείς (γέλιο).

Μη βάζετε ταμπέλες, παρακαλώ. Σε λίγο θα με αποκαλέσετε και σκαμπό (τρίξιμο).

Αλήθεια, πώς σας φάνηκε ο καλλιτέχνης από κοντά;

Καναπές.

Με συγχωρείτε;

Οι καρέκλες που μας ακούνε, θα καταλάβουν.

Μάλιστα. Σας ευχαριστώ για τον πολύτιμο χρόνο σας.

Στην καρέκλα που κάθεστε να το πείτε.





Posted in | Leave a comment

Λογισμός του ορθού



Παντού γύρω του πολύχρωμα σχήματα. Ρόμβοι τρισδιάστατοι που εμβολίζουν κόκκινες πουά σφαίρες, ριγέ μπλε κύβοι που ισορροπούν πάνω στη μύτη κίτρινων, γυαλιστερών πυραμίδων, πράσινα μισοφέγγαρα βουτηγμένα σ’εκατοντάδες εκτυφλωτικά λευκά αστέρια. Και ανάμεσα στα σχήματα εκρήξεις, δεκάδες σιωπηρές εκρήξεις που με το αυθόρμητο σκύψιμο του κεφαλιού ίσα που απέφευγε. Νότες και συγχορδίες πέφτανε σα σκόνη στους ώμους του κι αυτός τις σκούπιζε σαν κόκκους πιτυρίδας στο πάτωμα. Και όσο τις έδιωχνε, τόσο κι άλλα γνώριμα, επαναστατικά ρεφρέν καθόντουσαν στα χέρια του. Αγχώθηκε, οι αναπνοές του αυξήθηκαν, ρουφούσε σχήματα-φυσούσε νότες, και αυτό να επαναλαμβάνεται μέχρι να κατακλυστεί από μια ευφορία που τον ένωνε με το περιβάλλον. Ξαφνικά νοιαζόταν για τον διπλανό του. Άφηνε κουβέρτες στις βρεγμένες γωνιές της πόλης με μεγάλα σπίρτα και αναπτήρες χωμένα μέσα τους. Κάλεσε σε χορό στη μέση του δρόμου τη νεαρή Αφγανή που καιρό τώρα δίσταζε να πλησιάσει. Πήγε και σε πορείες. Ναι. Και τις σταματούσε κάθε φορά ζητώντας να πιαστούν όλοι χέρι με χέρι, αφού κοιταχτούν καλά μεταξύ τους. Πόσο αφελής και ρομαντικός. Μέχρι και μείωση στο μισθό του δέχτηκε το θύμα για να μείνει το 20χρονο στη δουλειά. Χθες μοίρασε όλο το λάδι της φετινής σοδειάς σε ανθρώπους που το’βλεπαν σαν χρυσάφι στις κουζίνες τους.


Κύριος με πουκάμισο τον σταματά στο δρόμο. Χωρίς γραβάτα. Ήταν τάχα μου ένας σαν κι αυτόν, ανθρώπινος και καθημερινός. Του δίνει ένα γαλανόλευκο χάπι. Στο γαλάζιο μισό έγραφε «ορθο-», στο  λευκό «-λογισμός». Ο σοβαρός κύριος τον ρώτησε αν αναγνωρίζει τη σοβαρότητα της κατάστασής του και την κρισιμότητα ν’αποδεχτεί το χάπι. Αν το κατανοεί. Ναι, του απάντησε εκείνος, το κατανοεί:

 «-λογισμός γιατί οι μέρες σας είναι μετρημένες και ορθο- γιατί θα το χώσεις στον κώλο σου».

Posted in , | Leave a comment

Farmill




Γουρούνι κουτουλά γουρούνι. Το εκνευρισμένο και κακοφαγωμένο γουρούνι Νάσος πάει να δαγκώσει το καλοφαγωμένο γουρούνι Βάσο. Ο Βάσος προσπαθεί να δικαιολογηθεί αποδίδοντας το γλίστρημα στο τυχαίο και καθημερινό της ζωής στο βούρκο. «Γουρούνια είμαστε, λάθη κάνουμε». Ο Νάσος δε δέχεται ν’ακούσει και είναι έτοιμος να φωνάξει κι άλλα γουρούνια για μάρτυρες. Το περιστατικό ξεφεύγει του ελέγχου τους, κάτι το οποίο κανείς τους δεν επιθυμούσε. Ο ιδιοκτήτης της φάρμας ακούει το θόρυβο και φτάνει στο σημείο. Στα μάτια των δύο ζώων διακρίνεται αρχικά σύγχυση και μετέπειτα ηρεμία. Αναθεωρούνται οι στόχοι, τα σημεία θυμού και οι μελλοντικές δράσεις. Σε αυτό βοήθησε και η λάσπη. Πάνω της καθρεπτίστηκαν οι μουσούδες τους θυμίζοντας τους την κοινή όψη και τον κοινό σκοπό.

Posted in | Leave a comment

Μαριγω, η αστρολογος ζωων





Φουλ καψούρα η Ίγκο αδυνατούσε να γράψει κάτι σοβαρό, ή μάλλον σοβαροφανές, για τη στήλη της στην εφημερίδα «Κυκλοφορία & Οπλοφορία». Πριν από έξι μήνες η πρώην Μαριγώ και νυν Ίγκο άφησε τη Λάρισα για να κατέβει στην Αθήνα. Ως απόφοιτη ιδιωτικής σχολής δημοσιογραφίας ήλπιζε ότι η μετανάστευσή της στην πρωτεύουσα θα την έφερνε πιο κοντά στην πραγμάτωση των επαγγελματικών της ονείρων. Η εφημερίδα αυτή δεν ήταν ακριβώς ό,τι ονειρευόταν, αλλά ήταν σίγουρα ένα βήμα πιο κοντά απ’ό,τι η διανομή εφημερίδων που έκανε στη γενέτειρά της. Η «Κυκλοφορία & Οπλοφορία» είχε φανατικό κοινό ανάμεσα σε κυνηγούς και λοιπούς οπλοκατόχους. Χιουμοριστική μάλλον ήταν η στήλη της, «ο Ερμής του θηράματος». Ποια είναι η κατάλληλη μέρα για να βγει ο κυνηγός στο πεδίο βάσει του ζωδιακού χάρτη του θηράματος; Έχει ανάδρομο Ερμή ο φασιανός αυτή την εβδομάδα κι επομένως θα’ναι ευκολότερος στόχος; Είναι στα ύψη η ερωτική διάθεση της μπεκάτσας ή μήπως απ’τη βαρεμάρα δε θα κουνήσει ούτε πούπουλο;

Η Ίγκο – όπως υπέγραφε την εβδομαδιαία της στήλη – είχε πολύ χιούμορ, αλλά παράλληλα δεν ήθελε να αποδεχτεί ότι τη διαβάζουν μόνο κάποιοι οικογενειάρχες κυνηγοί. Όπως για παράδειγμα ο θείος της ο Σήφης στην Κρήτη που πρόσφατα βάφτισε την κόρη του Μπαλωθιά. Φαντασιωνόταν, ότι το τεύχος έφτανε με courier σε περίεργους συνδρομητές μέσα σε μαύρη συσκευασία που δε θα πρόδιδε το περιεχόμενο του. Η εφημερίδα βέβαια ούτε συνδρομές είχε, ούτε λεφτά για να στέλνει courier, άλλα έτερον εκάτερον. Στη λίστα των φανταστικών συνδρομητών συναντούσες παράνομους κυνηγούς, επίδοξους δολοφόνους, αλλά και…πτηνά που διάβαζαν τα ζώδια τους! Φανταζόταν ψηλοράμφικα ορτύκια με μπικουτί να διαβάζουν τα ζώδια τους στο κομμωτήριο και γελούσε μόνη της μπροστά στον υπολογιστή.

Κατά βάθος η Ίγκο ήξερε ότι το πρόβλημα δεν ήταν μόνο δικό της, αλλά κοινωνικό. Σε κοινωνίες απόλυτης εξειδίκευσης όπως οι σημερινές κάποιος έπρεπε να βρεθεί που να’χει χιούμορ, να ξέρει τα βασικά για τ’άστρα, να είναι σχετικός με τη δημοσιογραφία και ν’απευθύνεται με τα κείμενα του σε ένα πολύ εξειδικευμένο κοινό. Αλλά δεν απογοητευόταν αυτή. Έβλεπε την όλη εμπειρία σαν bullet. Όχι του όπλου, αλλά του βιογραφικού της. Έπειτα από χρόνια, στα τηλεοπτικά αφιερώματα για το δημοσιογραφικό της έργο φανταζόταν τον εξής διάλογο:
-       Η πορεία σας μόνο ανοδική μπορεί πάντως να χαρακτηριστεί, αν σκεφτεί κανείς ότι ξεκινήσατε ως αστρολόγος σε εφημερίδα για το κυνήγι! Έτσι δεν είναι;
-       (γέλια) Ναι, δίκιο έχετε. Μάλιστα, αστρολόγος πτηνών παρακαλώ! (γέλια ξανά, τίναγμα μαλλιού και γενικότερο παίξιμο με το φακό).
Τί ήθελα να σας πω όμως; Α ναι. Η Μαριγώ, που λέτε, είναι φουλ καψούρα και αδυνατεί να γράψει αυτές τις μέρες...

Posted in | Leave a comment

Διευθυντής στα 16





Έβρισε τον κολλητό του για καληνύχτα, έφτυσε και ξεκίνησε να περπατά για το σχολείο. Ο τσιγαρόβηχας τον ενοχλούσε σε όλη τη διαδρομή, αλλά ποιος έφηβος θα’δινε σημασία σ’αυτό στις μέρες μας. Κινητό απέκτησε στα 10 του, κατέβασε ταινία για πρώτη φορά στα 11 και ξεκίνησε το κάπνισμα στα 12. Στα 14 πήδηξε την Αντριάνα και λίγους μήνες μετά πήγε για πρώτη φορά σε ψυχολόγο – όχι πως έφταιγε η Αντριάνα γι’αυτό, όχι. Τα συμπτώματά του δε θα πήγαιναν μάλλον σε ψυχολόγο έναν έφηβο της δεκαετίας του ’80. Δεν ήξεραν τότε βέβαια. Δεν είχαν facebook. Κακώς θα μου πείτε βέβαια, δεδομένης της εξέλιξής του. Φαίνεται πως τότε ό,τι δεν έκανε θόρυβο, καταπινόταν με το σάλιο.

Στα 16 του σήμερα τσακώνεται με τον πατέρα του καθημερινά. Άσχημοι καυγάδες που μετατρέπουν για λεπτά της ώρας το σπίτι σε πάγκο λαχαναγοράς. Αλλά δεν είναι ο γιος που τ’ακούει. «Μη μου λες να βρω δουλειά μαλάκα, εσύ που είσαι άνεργος 4 μήνες. Δεν κοιτάς πώς έχεις καταντήσει τη μάνα μου». Η μάνα του: 50-λίγο, όχι πολύ καλά βαμμένο μαλλί, τριχρωμικό θα’λεγα με τη λευκή ρίζα να καθορίζει την πολικότητα της τρίχας, καλοστεκούμενη κατά τα άλλα. Η μάνα, όχι η τρίχα. Παντρεύτηκε τον πατέρα του μικρού στα 34 της, όσοι ήταν τότε και οι υπάλληλοι της κλωστοϋφαντουργικής που διηύθυνε ο πατήρ φαμίλιας. Η δύσμοιρη μάνα δε μιλά. Φοβάται. Την αντίδραση του πατέρα ή του γιου. Νιώθει σαν πολεμική ανταποκρίτρια στο σαλόνι της. «Κανονικά θα πρέπει να μας πληρώνετε μέχρι να πεθάνετε με τέτοιο χρέος που μας φορτώσατε», συνέχιζε ο μικρός προσθέτοντας βαρύγδουπες πολιτικές προτάσεις στο διάλογο για την αναδιάρθρωση του χαρτζιλικιού. Στα 16 του το παιδί τί να ξέρει βέβαια. Ό,τι έμαθε στην κατάληψη ότι ξεσηκώνει τα πλήθη.

Ο 16χρονος Παναγιώτης διευθύνει δική του επιχείρηση, στα χνάρια του απολυμένου πατέρα του. Είναι υπεύθυνος επιχειρήσεων της συμμορίας DoNotTalk που δραστηριοποιείται σε τουλάχιστον 2 υποβαθμισμένα προάστια των Αθηνών. Αδυναμία της μη κυβερνητικής DNT τα παιδιά μιας ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας, των εργαζομένων. Εργαζομένων: ανθρώπων που έχουν ακόμα εργασία δηλαδή. Η λογική της στοχοποίησης βασίζεται στην αντίληψη ότι οι άνθρωποι αυτοί οφείλουν να μοιραστούν τους καρπούς της εργασίας τους με τους ανέργους που υφίστανται τις αδικίες του καπιταλιστικού συστήματος. Πολιτικά αφορισμένος και άρα απενοχοποιημένος ο ιδεολογικός πυρήνας της συμμορίας επιτρέπει στον Παναγιώτη να δίνει εντολές στους υποτελείς συμμαθητές του δίχως ίχνος τύψης.

Ο 15χρονος Αλέκος έφτυσε (αίμα) και ξεκίνησε να ψάχνει τα επείγοντα του νοσοκομείου. Πήγε εκεί με «σπασμένα μούτρα». Αρνήθηκε να καταβάλλει τη μηνιαία συνδρομή του στη DNT. Το κινητό και το mp3 player του έδωσαν στιγμιαία το δικαίωμα να αποχωρήσει από το μπλόκο της επιχείρησης, όχι όμως και η γλώσσα του. «Γαμιέστε μαλάκες, εσείς και οι τράπεζες». Ο παραλληλισμός της DNT με τις τράπεζες ερέθισε ανεπανόρθωτα (για τον Αλέκο) τα μέλη της. Ο νεαρός «αντιεξουσιαστής του προαυλίου» θα επιστρέψει στο σπίτι εντός ολίγων ημερών. Και θα μείνει μάλλον εκεί για κάποιο διάστημα μέχρι να ηρεμήσουν τα πνεύματα στο σχολείο. Μέσα στην ατυχία του στάθηκε τυχερός πάντως, αφού βρήκε την «καλύτερη ψυχολόγο» της περιοχής. Η μάνα του Παναγιώτη την πρότεινε στη μάνα του.

Posted in , | 4 Comments

Ακροβάτης στο γραφίτη






Εγώ δίπλα στη θάλασσα, χειμώνας του 2010.
Εσύ στην πολυθρονίτσα σου, ξέρω, βράδυ του ίδιου χειμώνα.

Χαρά μου και λύπη μου μαζί.

Είναι το τρίτο μου γράμμα μέσα σε δυο βδομάδες που σου γράφω. Να σε ρωτήσω; Όχι. Φοβάμαι τι θα μου απαντήσεις. Αλλά όχι, θα σε ρωτήσω: θες να σταματήσω; Βαρέθηκες τη γραφή μου; Τα τραγούδια που ακούς διαβάζοντας τις λέξεις μου; Θες να αλλάξεις τη μουσική στα αυτιά σου; Να σε βοηθήσω και σε αυτό; Μπορώ, αν θέλεις. Αλήθεια. Πες μου τι διάθεση θέλεις να΄χω στο επόμενο γράμμα και θα την έχω. Στο υπόσχομαι. Μέχρι τότε όμως μου επιτρέπεις να τη σκαπουλάρω και σα μικρός μαθητής που απρόσμενα γλυτώνει διαγώνισμα να σου ξαναπώ τα δικά μου, γεμάτος χαρά για άλλη μια ευκαιρία που χωρίς καν να κουνήσεις τα χείλη σου μου ξαναδίνω.

Πνίγομαι, όταν σκέφτομαι πόσο σε αγαπάω. Θα με αρχίσεις τώρα με τα ψυχολογικά σου, ξέρω. Αυτό δεν είναι αγάπη, είναι βάσανο, είναι το μνημόνιο του έρωτα! Κι όμως ρε συ, σκέψου το. Θυμάσαι το ραβανί που είχαμε φάει μαζί στο Λονδίνο; Θυμάσαι τί μου είχες πει; Ότι ήταν τόσο γλυκό που σου άρεσε παραπάνω από όσο μπορούσες να αντέξεις. Επαναπροσδιόρισε το «μου αρέσει» μικραίνοντας τα προηγούμενα και ανεβάζοντας τον πήχυ για τα επόμενα. Αλλά σου άρεσε όμως. Και το σκεφτόσουν ξανά την επόμενη φορά που γεύτηκες ραβανί. Και ήταν για σένα το απόλυτο μέτρο σύγκρισης για κάθε ραβανί που μπήκε στη ζωή σου, και το στομάχι σου, μετέπειτα. Ξέρω ότι εδώ χαμογέλασες και γι’αυτό γράφω αυτή την πρόταση, ώστε να σου δώσω χρόνο μερικών δευτερολέπτων για να σου λείψω πάλι.

Με πονάει η απόσταση. Και σε συνδυασμό με τον πνιγμό που νιώθω, γίνεται δυσβάσταχτη. Αυτό ναι, είναι βάσανο. Έχω κόψει και τα ραβανί όμως εξαιτίας σου. Ευτυχώς που δε φάγαμε κουραμπιέδες στο Λονδίνο. Έκανα πάλι μια μικρή παύση να σε ακούσω να γελάς. Υπερθέαμα κάθε φορά το γέλιο σου, που ποτέ δε βαριέμαι να δω και ακούσω. Ξανά και ξανά, μάτια, μάγουλα, χείλη, μάτια, χέρια, μάτια, μάτια, όλα πάνω σου γελάνε.

Δε θα σε χαιρετήσω, γιατί τελειωμό τίποτα δεν έχει ανάμεσα μας, ούτε ένα απλό γράμμα. Θα σου στείλω μόνο mail για να σου πω ότι σου έγραψα άλλο ένα γράμμα. Εντάξει; E;

Posted in | 2 Comments

Juicy and windy in here



Η ζουμερή θηλυκή παρουσία πέρασε από μπροστά του. Ο ζεν πρεμιέ ανασήκωσε ενάμιση εκατοστό το αριστερό φρύδι και της χαμογέλασε λάγνα. «Γρρρρ» ακουγόταν από το τριχωτό στήθος που πρόβαλε επιθετικά ανάμεσα στις δύο ροζ όχθες του πουκαμίσου. Η ζουμερή θηλυκή παρουσία δεν τσίμπησε, αν κι εκτίμησε την απουσία καδένας από το σύνολο. Χτύπησε το κινητό της όμως κι αναγκάστηκε να μείνει όρθια για λίγα λεπτά κουνώντας ελαφρά τον ποπό και στροβιλίζοντας ένα μικρό βόστρυχο με μωβ ανταύγεια. Ακούμπησε τ’αυτιά του καλύμματος.
-       Μη!!! Σε παρακαλώ, όχι αυτό!
Η ζουμερή θηλυκή παρουσία δεν αντιλήφθηκε τον τρόμο του. Όχι μόνο δεν το κατάλαβε, αλλά πάτησε και το 3. Ένταση στο φουλ. Και το αριστερό της χέρι εκεί, στ’αυτιά του καλύμματος!
Ξέσπασε σε κλάματα. Ο παιδικός του εφιάλτης πραγματώνεται μπροστά στα μάτια του. Δε φοβόταν τριχωτές αράχνες, ιπτάμενες κατσαρίδες, μοχθηρά φίδια που κάνουν φσφσφς, λιγδερούς ποντικούς, τετραπέρατα ύψη, δαγκανιάρηδες καρχαρίες που κάνουν τανταντανταν, άγριους λύκους, κακοκάγαθες πεθερές, νηστικά και σαλιωμένα αγριόσκυλα, ούτε καν τα μυτερά τακούνια. Φοβόταν όμως τους ανεμιστήρες. «Ένα τεράστιο μάτι που κάνει έναν ύπουλο θόρυβο, γυρνάει δεξιά κι αριστερά με ψωνισμένο ύφος, στέκεται πάνω σε ένα μεταλλικό παλούκι, παράγει πολύ δυνατό αέρα που σηκώνει ψίχουλα, χαρτιά, μαλλιά, ρούχα και το μάτι αυτό αν πας να το αγγίξεις εσωτερικά, έχει λεπίδες που μπορούν να σου κόψουν το πουλί!».
Έκλεισε τα μάτια του μην μπορώντας να δει τη συνέχεια. Αμ δε. Η συνέχεια παίχτηκε με χαμηλό φωτισμό. Φαντάστηκε τη ζουμερή θηλυκή παρουσία ν’ανοίγει το κάλυμμα του ανεμιστήρα, τη ρόδα να φεύγει από τη θέση της, να χτυπά τραπέζι-πάτωμα-τοίχο-ανταύγεια και τελικώς να καταλήγει σε αυτόν διασκορπίζοντας τον στους ανέμους.

Posted in | 10 Comments

Φώτης & Σουμέλα - πράξη ΙΙ



Πολλή ζέστη στο τριάρι σήμερα. Το ζεύγος κάθεται στο μπαλκόνι. Λίγα μέτρα από την αζαλέα της γωνίας τσουπ άλλο μπαλκόνι, της κυρα-Μίνας. Μπαλκόνια εν παραλλήλω, μπαλκόνια σε σειρά, μπαλκόνια σε στήλες. Στίχοι από τη φοιτητική γκαρσονιέρα του πρώτου ορόφου της πολυκατοικίας φτάνουν στ’αυτιά τους: στη μάνα μου δεν πάω πίσω, με το πουρό θα ξεστρατήσω...
-       Σταμάτα πια. Έχεις βγάλει όλον τον εσωτερικό σου κόσμο από τη μύτη. Θα σε δει και κανείς.
-       Ποιος μωρέ; Η Μίνα;
-       Ναι, η Μίνα. Δε θες να σε πιάσει στο στόμα της αυτή, του ψιθύρισε.
Νευριασμένος σηκώνεται από την καρέκλα ρίχνοντας της ένα άγριο βλέμμα. Η κοιλιά του σκάναρε την έξω επιφάνεια του τραπεζιού παίρνοντας μαζί το τασάκι με τ’αποτσίγαρα.
-       Αμάν ρε Φώτη δηλαδή!
Μάζεψε τις στάχτες και τα τσίγαρα και τα έριξε από το μπαλκόνι κάτω στο ξέφωτο. Άπλωσε τη ματιά του στο ντεκολτέ της όσο αυτή ξεφύλλιζε το γυναικείο περιοδικό και τη ρώτησε χαμηλόφωνα:
-       Έχω όρεξη μωράκι, εσύ..;
-       Όχι, έφαγα. Έχει μπρόκολο από χθες στα μικροκύματα.

Posted in | 10 Comments

Φώτης & Σουμέλα - πράξη Ι


Ακουγόταν από την κουζίνα ο άτιμος. «Μα τί ζώο παντρεύτηκα, Θεέ μου», αναρωτήθηκε φωναχτά η Σουμέλα. Μασουλούσε τόσο δυνατά που ένιωσε τον ήχο του πλατς πλουτς να πλησιάζει τόσο κοντά που φοβήθηκε. Ξέρετε, όπως στις σκηνές από τις ταινίες θρίλερ όπου η ένταση του ήχου ανεβαίνει σταδιακά μέχρι να φτάσει στο αποκορύφωμα. Του φόνου, της μοιραίας συνάντησης, της γάτας που ψαχούλευε, του ξεχασμένου παραθύρου και των λοιπών. Καθόμουν στην καρέκλα πίσω από τον «καναπέ του», αλλά έβαζα εύκολα στο οπτικό μου πεδίο τη Σουμέλα. Άκου Σουμέλα!
-       Η μάνα μου, ρε συ! Με είχε τάμα στην Παναγιά και ήθελε να μου δώσει το όνομα της. Αλλά ήταν αμαρτία να μου δώσει ακριβώς το όνομα της. Έτσι προέκυψε το Σουμέλα! Άθλιο! Δε σου κάνει κάτι σε Ζουλού;
-       Μπα, κάτι σε σουμάδα μου κάνει. Καλύτερο πάντως το Σουμέλα από το Σουργέλα που σε φωνάζει ο σύζυγος!
-       Αχ. Μη μου τον θυμίζεις τον μαλάκα. Αν δεν τον σκοτώσω μια μέρα, να μη λένε Σουμέλα.
-       Άρα όντως θες να τον σκοτώσεις!
-       Πολύ έξυπνο. Παίζε με τον πόνο μου.
«Σουργέλα, φέρε καμιά σόδα ρε! Θα μου βγει η αντζούγια από τον αφαλό». Έγειρα πίσω την καρέκλα και την είδα να πιάνει το ντουλάπι της κουζίνας από τα νεύρα της και να βρίζει. Πολύ νεύρο ρε παιδί μου αυτή η κοπέλα. Εντάξει, όχι πως δεν τη δικαιολογώ. Σηκώθηκα να πάω προς την κουζίνα να πάρω εγώ τη σόδα και φεύγοντας τον άκουσα να κλάνει. Δεν της το είπα, αλλά κάτι υποψιάστηκε όταν με είδε να μπαίνω χαμογελαστός στην κουζίνα. Πηγαίνουμε και οι δύο στο σαλόνι.
-       Τί είναι αυτό;
-       Μπρόκολο ρε Φώτη, εσένα με τί σου μοιάζει δηλαδή;
-       Τα βαρέθηκα τα υγιεινά σου. Δε φτιάχνεις τίποτα με κρέας;
-       Να βράσω λαχανικά με ρύζι;
-       Τίποτα άλλο νοσοκομειακό δεν ξέρεις;
-       Το μπρόκολο είναι υγιεινό, ηλίθιε. Ούτε λαχανικά τρως, ούτε ψάρια. Θα πεθάνεις στα 50 σου.
-       Και αυτό τί είναι ρε; Της πέταξε μια αντζούγια στο ντεκολτέ.
-       Ήρεμα παιδιά.
-       Τη δουλειά σου εσύ, είπαν σχεδόν ταυτόχρονα.
-       Ε άι στο διάολο στην τελική, έτσι;
Από τα νεύρα της είχε θρουλιάσει όλα τα μπρόκολα. Ένα-ένα, δεν άφησε κλωναράκι άθικτο. Κι επίσης από τα νεύρα της πέταξε τη λεκάνη γεμίζοντας το χώρο με πράσινα, υγιεινά θρύψαλα. Ένα μάλιστα από αυτά εφήρμοσε τέλεια στον «αφαλό» του που εδώ και ώρα είχε προβάλει κάτω από τη λαδωμένη μπλούζα του.

Posted in | 13 Comments

ShareThis

Search

Swedish Greys - a WordPress theme from Nordic Themepark. Converted by LiteThemes.com.