Το βουνό απέναντι απ’το χωριό μου έχει μια χαμηλή μα στέρεη οροφή για
ουρανό. Μπορείς να σκαρφαλώσεις στη γέρικη ελιά δίπλα στο παλιό γιοφύρι και
μ’ένα σάλτο να βρεθείς πάνω του. Αν μάλιστα βρεθείς ξημερώματα στο λιοτριβείο
του κυρ Γιάννη, θα δεις χωριανούς ν’αφήνουν το χωράφι για να καβαλήσουν τον
ουρανό. Τις γυναίκες με τις λαδωμένες ποδιές του μεσημεριού και τους άντρες με
τα στιβάνια του λιομαζώματος. Όλοι σιωπηλοί χάνονται μυστηριωδώς ανάμεσα στα
κλαδιά. Μια βόλτα να κάνεις κάτω απ’τον ουρανό δε θα δεις δίχτυ απλωμένο με
γυναικοπαρέες πάνω μα ούτε και άντρα πιλότο σε λασπωμένο αγροτικό. Κάποιοι το
σούρουπο γλιστράνε από τις σηκωμένες βέργες και κατεβαίνουν κρυφά πάλι στα λιόφυτα,
τις κουζίνες ή ανάμεσα στα κυπαρίσσια του κατηφορικού νεκροταφείου. Ρώτα τους
όταν τους συναντήσεις στο δρόμο γιατί χαμογελάνε και θα σου αραδιάσουν ένα σωρό
ψέματα· θα επικαλεστούν από ρακές μέχρι και ραδιοφωνικά ανέκδοτα. Μα εγώ ξέρω,
ότι από’κει πάνω τα πρόσωπα δεν τα στολίζει η ομίχλη και ούτε τα χέρια με ρόζους,
ότι το αχ του πόνου στον άνεμο χάνεται και το δάκρυ του πένθους ένα με τη βροχή
πέφτει στο χώμα. Είναι βέβαια και οι ψυχοφύλακες με τους πόνους στη μέση που αποφασίζουν
να μείνουν πάντα ψηλά και πάνω απ’τα βρεγμένα μνήματα,
μα γι’αυτούς απόψε δε θα νοσταλγήσω.




Δημοσίευση σχολίου