Την ψηλή, καφετιά γλάστρα ξάπλωσε ο αέρας στην αυλή κι αυτή πρόστυχα τίναξε
πίσω τα φύλλα απ’το λαιμό της.
Άκουσα το βογγητό μέσα στη βροχερή νύχτα, μα πού να σκεφτώ ότι έρωτα της
κάνει στην παγωμένη αυλή. Ούτε πως δεν ήταν βροχή, μα τα υγρά τους αυτά που
σκούπιζα, καθώς «μη σηκωθείς» σου φώναζα μέσα απ’το ζωγραφισμένο με χνώτα μας
παράθυρο.
Την έβαλα στη θέση της, όσο ο αέρας σφύριζε «μη» στ’αυτιά μου – «μη» ήταν άραγε
αυτό που άκουγα ή «αμήν»; Έπειτα στόλισα το χώμα της με τα δικά της πεσμένα
φύλλα, που ακόμα μεθυσμένο
άνεμο μυρίζανε, και τρεις μήνες μακρύτερα έστειλα το θάνατο μου.




Δημοσίευση σχολίου