Βγήκα απ’το σπίτι
για να φέρω ξύλα – βράδυ Κυριακής – και στον αέρα φυσούσε ένα τέλος. Μου’κοψε
την ανάσα και με γονάτισε δίπλα στην ακακία ν’ακούω τα γέλια των φίλων μου
απ’το σαλόνι. Οι σκιές τους πηδούσαν μέσα απ’τα δυο παράθυρα και πέφτανε
οριζόντια στο φρέσκο χώμα του κήπου σαν τάφοι. «Βάλτε γάντια όταν πηγαίνετε για
ξύλα μη σας δαγκώσει τίποτα», θυμήθηκα τα λόγια του πατέρα μου. Μας δάγκωσε,
πατέρα, και πήγε λίγο πιο πέρα για να φτύσει το αίμα μας.
*
Έσπρωξα το χωριό
που επισκεφτήκαμε απ’τη μέση του πουθενά όπου ήταν και μπήκα εγώ στη θέση του.
Εδώ στο πουθενά ο αέρας στ’αυτιά μου δε φυσούσε, μα γαύγιζε σαν σκύλος απ’την
κόλαση. Και η αντίστροφη μέτρηση των κοντινών διημέρων με τους φίλους μου
ξεκίνησε, μα δε βλέπω να ψηλαφήσω τα δόντια που μας δαγκώνουν πέρα απ’το χρόνο
τον ίδιο, που τον ακούω να κλαίει κάθε φορά που ξεκλειδώνω το σπίτι και τους
βλέπω έναν έναν μέσα να περνούν.
*
Ένα ερειπωμένο
σπίτι ανάμεσα σε μερικές ελιές δεν μπορούσε ν’αναπνεύσει απ’τα μπάζα που’χαν
πλημμυρίσει την αυλή του. Μήπως έρχονται εδώ τα δόντια κι ακονίζονται; Κάποια
συγγένεια πάντως με το χρόνο σίγουρα θα’χε ο απών ιδιοκτήτης του. Το
γραμματοκιβώτιο στην πόρτα είχε ένα κρητικό επίθετο και κάποιες γαλλικές, μου
είπαν, λέξεις που σε αντίθεση με το υπόλοιπο παρηκμασμένο σκηνικό, έλαμπαν. Κατάλευκοι
λατινικοί χαρακτήρες, σαν γρίφος ή σαν προειδοποίηση για όποιον τολμήσει να ξεχάσει
το χθες για το τώρα και τότε ήταν που πείστηκα, ότι το επίθετο ήταν δικό μου
και τα γαλλικά όλα αυτά που αρνούμαι να κατανοήσω και
να συμβιβαστώ
μαζί τους.



Δημοσίευση σχολίου