άφωνο


κάποτε τα λόγια μας τις σκέπαζαν, όπως η υπερπροστατευτική μάνα το παιδί της μέσα στον Ιούλη, και αγκομαχούσαν από κάτω οι σιωπές
πνιγμένες
απ’τη φλυαρία της τηλεπερσόνας, του πολιτικού, του συναδέλφου, του φίλου, του νεαρού εραστή

μα τα λόγια γλίστρησαν απ’τα σκεπάσματα, όπως γλιστρά το φως απ’τις ξερές πλαγιές το σούρουπο
και οι σιωπές πλημμύρισαν το χρόνο μας,
όχι πλέον μονάχα στο μοναχικό ξύπνημα του χωρισμένου, στη σκοπιά του φαντάρου, στον πόνο του αρρώστου, στην πείνα του αστέγου,
κι έτσι άκαμπτοι πια κοιταζόμαστε με πανικό μόλις μερικές δεκάδες λέξεων πλησιάσουν έστω και ελάχιστα στη συλλογική μας αποκάλυψη

και όπως χάθηκαν τα λόγια, 
έτσι θα πεθάνουν και οι σιωπές,
και θα μείνουμε μόνοι μέσα στον εκκωφαντικό θόρυβο,
όσο τα πάντα γύρω μας εκρήγνυνται
και μάταια πια την αυγή μας βαφτίσουν κραυγή


Posted in . Bookmark the permalink. RSS feed for this post.

2 Responses to άφωνο

Ανώνυμος είπε...

δεχτείτε παρακαλώ απλά, τη λέξη θαυμάσιο! σε αυτό που γράψατε. ελένη

fieryfairy είπε...

"μα τα λόγια γλίστρησαν απ’τα σκεπάσματα, όπως γλιστρά το φως απ’τις ξερές πλαγιές το σούρουπο"

Από τις ωραιότερες παρομοιώσεις που έχω διαβάσει ποτέ. φορ ρίαλ.

ShareThis

Search

Swedish Greys - a WordPress theme from Nordic Themepark. Converted by LiteThemes.com.