Archive for 1/6/10 - 1/7/10

Φώτης & Σουμέλα - πράξη Ι


Ακουγόταν από την κουζίνα ο άτιμος. «Μα τί ζώο παντρεύτηκα, Θεέ μου», αναρωτήθηκε φωναχτά η Σουμέλα. Μασουλούσε τόσο δυνατά που ένιωσε τον ήχο του πλατς πλουτς να πλησιάζει τόσο κοντά που φοβήθηκε. Ξέρετε, όπως στις σκηνές από τις ταινίες θρίλερ όπου η ένταση του ήχου ανεβαίνει σταδιακά μέχρι να φτάσει στο αποκορύφωμα. Του φόνου, της μοιραίας συνάντησης, της γάτας που ψαχούλευε, του ξεχασμένου παραθύρου και των λοιπών. Καθόμουν στην καρέκλα πίσω από τον «καναπέ του», αλλά έβαζα εύκολα στο οπτικό μου πεδίο τη Σουμέλα. Άκου Σουμέλα!
-       Η μάνα μου, ρε συ! Με είχε τάμα στην Παναγιά και ήθελε να μου δώσει το όνομα της. Αλλά ήταν αμαρτία να μου δώσει ακριβώς το όνομα της. Έτσι προέκυψε το Σουμέλα! Άθλιο! Δε σου κάνει κάτι σε Ζουλού;
-       Μπα, κάτι σε σουμάδα μου κάνει. Καλύτερο πάντως το Σουμέλα από το Σουργέλα που σε φωνάζει ο σύζυγος!
-       Αχ. Μη μου τον θυμίζεις τον μαλάκα. Αν δεν τον σκοτώσω μια μέρα, να μη λένε Σουμέλα.
-       Άρα όντως θες να τον σκοτώσεις!
-       Πολύ έξυπνο. Παίζε με τον πόνο μου.
«Σουργέλα, φέρε καμιά σόδα ρε! Θα μου βγει η αντζούγια από τον αφαλό». Έγειρα πίσω την καρέκλα και την είδα να πιάνει το ντουλάπι της κουζίνας από τα νεύρα της και να βρίζει. Πολύ νεύρο ρε παιδί μου αυτή η κοπέλα. Εντάξει, όχι πως δεν τη δικαιολογώ. Σηκώθηκα να πάω προς την κουζίνα να πάρω εγώ τη σόδα και φεύγοντας τον άκουσα να κλάνει. Δεν της το είπα, αλλά κάτι υποψιάστηκε όταν με είδε να μπαίνω χαμογελαστός στην κουζίνα. Πηγαίνουμε και οι δύο στο σαλόνι.
-       Τί είναι αυτό;
-       Μπρόκολο ρε Φώτη, εσένα με τί σου μοιάζει δηλαδή;
-       Τα βαρέθηκα τα υγιεινά σου. Δε φτιάχνεις τίποτα με κρέας;
-       Να βράσω λαχανικά με ρύζι;
-       Τίποτα άλλο νοσοκομειακό δεν ξέρεις;
-       Το μπρόκολο είναι υγιεινό, ηλίθιε. Ούτε λαχανικά τρως, ούτε ψάρια. Θα πεθάνεις στα 50 σου.
-       Και αυτό τί είναι ρε; Της πέταξε μια αντζούγια στο ντεκολτέ.
-       Ήρεμα παιδιά.
-       Τη δουλειά σου εσύ, είπαν σχεδόν ταυτόχρονα.
-       Ε άι στο διάολο στην τελική, έτσι;
Από τα νεύρα της είχε θρουλιάσει όλα τα μπρόκολα. Ένα-ένα, δεν άφησε κλωναράκι άθικτο. Κι επίσης από τα νεύρα της πέταξε τη λεκάνη γεμίζοντας το χώρο με πράσινα, υγιεινά θρύψαλα. Ένα μάλιστα από αυτά εφήρμοσε τέλεια στον «αφαλό» του που εδώ και ώρα είχε προβάλει κάτω από τη λαδωμένη μπλούζα του.

Posted in | 13 Comments

Σιωπή


Υπήρξε δειλός και γι’αυτό εγκλωβισμένος. Ειδικά και γενικά. Αποφάσισε ν’απέχει από ένα παιχνίδι του οποίου την έκβαση ήταν αδύνατο να προβλέψει αρνούμενος έτσι την ίδια τη ζωή. Και μπορεί το παιχνίδι αυτό να είχε ομοιότητες που σόκαραν με το ίδιο το ταξίδι της ζωής, ίσως όμως η ζαριά του να μην ήταν τόσο επίπονη όσο φανταζόταν. Επέλεξε τη σιωπή κι αυτή του φέρθηκε όσο πιο τίμια μπορούσε ευνουχίζοντας τον συναισθηματικά. Έμεινε σε μια σκιά για χρόνια, άλλοτε δική του και άλλοτε άλλων, όταν προσπαθούσε δειλά να βγει από τη δική του. Επέλεξε τη συγκατάβαση προς ηρεμία των πνευμάτων. Ακολούθησε την περπατημένη οδό και ακόμα και σ’αυτήν βάδισε τρεβλίζοντας και παραπατώντας. Εκφραζόταν φάλτσα σε στιγμές κενές κι έριχνε δακρυσμένα σεντόνια-δίχτυα δίχως τρύπες ξέροντας ότι δε θα δώσει έτσι την ευκαιρία σε οποιαδήποτε «ναι» ν’ανέβουν στην επιφάνεια.

Ο χρόνος πέρασε και η σιωπή που ο ίδιος κάποτε επέλεξε κι αργότερα τον αποστέωσε, ζητά πλέον αίμα. Αίμα που δυστυχώς γι’αυτόν μυρίζεται κι αναμένει, όπως αυτή ξέρει... σιωπηλά κι αθόρυβα. Τον περιμένει στην επόμενη γωνία αυτογνωσίας και θλίψης να τον πνίξει με το μονόπλευρα λερωμένο νυχτοσέντονο. Σ’εκείνες τις ώρες απουσίας μετά το ξημέρωμα που τον ακούμπησε και πάλι πριν φύγει, αναγνωρίζει πλέον το λάθος του. Έσφαλε όχι επειδή πλήγωσε, όχι επειδή χάραξε σύνορα, και κυρίως ούτε επειδή δίστασε να πληγωθεί όσο χρειαζόταν για ν’αντικρύσει τον εαυτό του στον καθρέπτη. Έσφαλε γιατί σιώπησε στα λόγια κι έκρυψε τα σ’αγαπώ.

Άλλος άνθρωπος πλέον σήμερα φαντάζεται συχνά το στήθος του σκαμμένο στη μέση με τον σταυρό που χρόνια τώρα κουβαλά στα δυο του πνευμόνια. Έχει πάψει να επιθυμεί, διότι απλούστατα αποσιώπησε τη μοναδική του επιθυμία. Έχει χάσει την αίσθηση της αποπροσανατολιστικής χαράς, διότι ενώ ξέρει ποια είναι γι’αυτόν, δεν τολμά να την πλησιάσει καν. Έχει πάψει ν’αγαπά, διότι απλούστατα δε θυμάται πώς. Και τώρα που σας γράφω, τον βλέπω πάνω σε μια φλεγόμενη σχεδία στη μέση του απείρου μπλε να απειλείται με πνιγμό, αλλά αυτός ξέρει. Σιωπή.

Posted in | 13 Comments

Κουνουπίδι παντού



Την χτύπησε πολύ βάναυσα. Με το που τον είδε να εισβάλλει στο σπίτι, ένα διαπεραστικό ρεύμα την πέταξε στον τοίχο με αποτέλεσμα να ρίξει τη λεκάνη με τα κουνουπίδια που κρατούσε. Από το πρόσωπό του μπόρεσε να διακρίνει μόνο τα αμυγδαλωτά του μάτια. Της έκανε εντύπωση επίσης το μήλο του Αδάμ, στο οποίο πάντα είχε βέβαια μια αδυναμία. Στο δεξί της χέρι βαστούσε ακόμα το μαχαίρι. Αυτός την πλησίασε γρήγορα προσπερνώντας την πεθερά της που είχε παγώσει στον καναπέ ανάμεσά τους. Την ακούμπησε στα δάχτυλα και την παλάμη για να πάρει το μαχαίρι κι αυτή του χαμογέλασε. «Τί γελάς, μωρή;», τη ρώτησε όχι μάλλον και τόσο ευγενικά. «Τίποτα. Ορίστε», απάντησε και του’δωσε το μαχαίρι ακουμπώντας τον ξανά φευγαλέα.
Μέσα σε λίγες ώρες το σπίτι βρισκόταν σε άθλια κατάσταση: ντουλάπια ανοιχτά, ρούχα πεταμένα στο πάτωμα, οι τρεις αγαπημένες της γλάστρες πεσμένες, cd με ελαφρολαϊκή μουσική πάνω από τις πάνες ακράτειας της «μαμάς», η εγκυκλοπαίδεια του σπιτιού εκεί δίπλα διασκορπισμένη σαν έργο μοντέρνας τέχνης. Και σα να μην έφταναν όλα αυτά, κοπριά, αίμα και κουνουπίδι παντού. Όχι μόνο έπρεπε να μαζέψει ένα χάος σε μέγεθος σαλονιού, έπρεπε πάραυτα να φτιάξει ξανά την γκαρνταρόμπα της και να κάνει την κατάλληλη επιλογή. Ερωτεύτηκε, βλέπετε, και θα τον έβλεπε σύντομα ξανά στο αστυνομικό τμήμα... Τον δολοφόνο της πεθεράς της.

Posted in | 18 Comments

...μάγια (2/2)


...
Άναψε το κερί.
Έβλεπε το μολύβι να τρέμει στο χέρι του και ήξερε πως αυτή πάλι θα τον εξιλέωνε. Ήταν χάραμα και προσπαθούσε να χαμηλώσει τις σκέψεις του. Την  παρατηρούσε λυγισμένη στον καναπέ και άκουσε τον εαυτό του να γελά τόσο δυνατά στο μυαλό του που φοβήθηκε ότι θα την ξυπνήσει. Έβαλε το κερί ανάμεσα τους και ξεκίνησε να γράφει. Τώρα φοβήθηκε ακόμα περισσότερο, γιατί έπιασε τον εαυτό του να χαμογελά προσπαθώντας ν’αποφασίσει αν είναι η φλόγα ή το ακτινωτό πρόσωπο της που τρεμόπαιζε στο φως. «Έρχομαι σε λίγο», της απάντησε.
«Έχει φύγει ο χρόνος από μέσα μου. Είμαι μαζί σου κι έχεις κάνει τη νύχτα μου ζωντανή ανατολή. Αδυνατώ να ενταχθώ στα ανθρώπινα. Ξέχασα τι σημαίνει πόνος και τρόμαξα από τη χαρά που ακούμπησες στα χείλια μου. Δεν ξέρω ποιο είναι το ξόρκι, αλλά σε παρακαλώ μην το λύσεις, μάγισσα μου».
Άφησε το μολύβι δίπλα στο λιωμένο κερί. Πέντε σειρές κατάφερε μόνο σήμερα, αλλά πώς γίνεται να μην είναι αρκετά αυτά τα λόγια; Έβαλε το χαρτί δίπλα στο μαξιλάρι της και ξάπλωσε στο πάτωμα, δίπλα στον καναπέ. Από τη μια τα λόγια από γραφίτη κι από την άλλη το χέρι του στο δικό της, θέλησε και αυτό το βράδυ να κοιμήσει το είναι του δίπλα της.

Posted in | 16 Comments

ShareThis

Search

Swedish Greys - a WordPress theme from Nordic Themepark. Converted by LiteThemes.com.