Ασαφή τα όρια του προσώπου σου υπό το φως του κεριού που τρεμόπαιζε. Κάθισα απέναντι σου στο διπλανό τραπέζι και χρειάστηκαν μόλις λίγα δευτερόλεπτα για να υποκύψω στα μάγια σου. Αυτές οι ελάχιστες στιγμές μύησης ήταν και οι πρώτες της γνωριμίας μας. Σε συνάντησα πρώτη φορά το βράδυ εκείνο στο παραλιακό μπαρ της νότιας παραλίας. Ελάχιστα μέτρα πιο πέρα το νερό του Λιβυκού, γοητευμένο κι αυτό από τη ματιά σου, πλησίαζε παλινδρομικά γέρνοντας προς το μέρος σου. Άμμο ή θρυμματισμένη πέτρα ακουμπούσαν τα πόδια μας, δε θυμάμαι ακριβώς. Στο φόντο των μαλλιών σου το φως του φεγγαριού έστρωνε γαλάζιο σεντόνι για να σε υποδεχτεί το ίδιο βράδυ. Δύσκολο να αποφασίσω, αν η φύση πρόσθετε στο ειδυλλιακό του προσώπου σου ή εσύ σ’αυτήν. «Για κοίτα που οι πίνακες του Μοντιλιάνι βγαίνουν τα βράδια σεργιάνι», είπα στον εαυτό μου.
Θα’χεις μαγέψει άντρες και γυναίκες, είμαι σίγουρος. Ο άνεμος, το φως του κεριού και του φεγγαριού έδιναν στις γωνίες του προσώπου σου υφή καμβά. Όχι, δεν είσαι ιδιαίτερα όμορφη, το ξέρεις άλλωστε. Είσαι πραγματικά όμορφη όμως· σε εξώφυλλα εφήμερων περιοδικών το πρόσωπό σου θα βούλιαζε στο χαρτί. Χαίρομαι που βρέθηκα στο μικροχώρο σου εκείνο το βράδυ. Βλέποντας σε το όμορφη έγινε πάλι έμμορφη. Δεν ανταλλάξαμε κουβέντα, αλλά ήταν το τελευταίο που μ’ένοιαζε. Πόσο συχνά άλλωστε συναντάς κάποιον να μιλά σ’ένα έργο τέχνης;







