Archive for 1/7/10 - 1/8/10

Moon art



Ασαφή τα όρια του προσώπου σου υπό το φως του κεριού που τρεμόπαιζε. Κάθισα απέναντι σου στο διπλανό τραπέζι και χρειάστηκαν μόλις λίγα δευτερόλεπτα για να υποκύψω στα μάγια σου. Αυτές οι ελάχιστες στιγμές  μύησης ήταν και οι πρώτες της γνωριμίας μας. Σε συνάντησα πρώτη φορά το βράδυ εκείνο στο παραλιακό μπαρ της νότιας παραλίας. Ελάχιστα μέτρα πιο πέρα το νερό του Λιβυκού, γοητευμένο κι αυτό από τη ματιά σου, πλησίαζε παλινδρομικά γέρνοντας προς το μέρος σου. Άμμο ή θρυμματισμένη πέτρα ακουμπούσαν τα πόδια μας, δε θυμάμαι ακριβώς. Στο φόντο των μαλλιών σου το φως του φεγγαριού έστρωνε γαλάζιο σεντόνι για να σε υποδεχτεί το ίδιο βράδυ. Δύσκολο να αποφασίσω, αν η φύση πρόσθετε στο ειδυλλιακό του προσώπου σου ή εσύ σ’αυτήν. «Για κοίτα που οι πίνακες του Μοντιλιάνι βγαίνουν τα βράδια σεργιάνι», είπα στον εαυτό μου. 

Θα’χεις μαγέψει άντρες και γυναίκες, είμαι σίγουρος. Ο άνεμος, το φως του κεριού και του φεγγαριού έδιναν στις γωνίες του προσώπου σου υφή καμβά. Όχι, δεν είσαι ιδιαίτερα όμορφη, το ξέρεις άλλωστε. Είσαι πραγματικά όμορφη όμως· σε εξώφυλλα εφήμερων περιοδικών το πρόσωπό σου θα βούλιαζε στο χαρτί. Χαίρομαι που βρέθηκα στο μικροχώρο σου εκείνο το βράδυ. Βλέποντας σε το όμορφη έγινε πάλι έμμορφη. Δεν ανταλλάξαμε κουβέντα, αλλά ήταν το τελευταίο που μ’ένοιαζε. Πόσο συχνά άλλωστε συναντάς κάποιον να μιλά σ’ένα έργο τέχνης;

Posted in | 13 Comments

Δέκα αγγίγματα




Κλείνω τα μάτια κι αφήνεις τα δάχτυλα σου στα βλέφαρα μου. Πύλη φωτεινή αυτά γίνονται και η ψυχή σου προβάλλει στα μάτια μου. Ό,τι ήλπιζα κι ό,τι φοβόμουν μεμιάς μπροστά μου φανερώθηκαν. Η ματιά σου, που φτάνει στα δικά μου μάτια, είναι κρύσταλλο που άλλοτε θες να κλέψεις από τα βλέμματα του κόσμου κι άλλοτε διστάζεις ν’αγγίξεις για να μην τη λερώσεις. Δέκα αγγίγματα είναι αυτά που σε θάλασσες κι εποχές σε ταξιδεύουν. Λίγο πιο κάτω με τη μυρωδιά του σταφυλιού τη μύτη γεμίζουν και με την άμμο του νησιού τα μάγουλα στολίζουν.

Αναρωτιέμαι, αν εσύ μπορείς να με δεις όπως εγώ εσένα. Αν βλέπεις τις πτυχές του εαυτού μου που διστάζω να σου αποκαλύψω. Δεν είναι ντροπή, μα ούτε δειλία. Φόβος είναι μόνο. Μη σε χάσω, μην θολώσω τα νερά που, ειλικρινά δίχως πολύ κόπο, ήρεμα εδώ και καιρό κρατώ για σένα. Μην τραβήξεις τα δάχτυλα σου από τα βλέφαρα μου. Ίσως μόνο έτσι με δεις τελικά. Και το ωραίο ξέρεις ποιο είναι; Ότι μπορεί τα βλέφαρα ακόμα να περιμένουν το άγγιγμα σου, τα χείλη όμως σιχάθηκαν να περιμένουν: σ’αγαπώ.

Posted in | 7 Comments

Χαρμολύπη


Με κούρασες.
Να στέκεσαι δίπλα μου και ν’απέχεις τόσο.
Να περιμένω πώς και πώς να νιώσω το ρίγος στο δέρμα σου
και μετά από λίγο να προσδοκώ την απουσία του.

Έχω φθαρεί παρασύροντας σε στο βυθό μαζί μου.
Οι γωνίες έχουν λιώσει και η σκέψη σου έχει μείνει μόνο.
Σβήνουν τα μάτια αργά το βράδυ,
μα η θύμισή σου χρόνο δεν τους δίνει.

Κι είναι στιγμές που όλα όνειρο μου φαίνονται.
Όνειρο που δύσκολα μπορώ να διακρίνω από τον εφιάλτη.
Γιατί έτσι είναι όλα, όταν στέκεσαι δίπλα μου.
Όνειρο μου, εφιάλτη μου, εσύ.

Κουράστηκα να γδέρνομαι.
Να σε πετάξω από πάνω μου, πόσο μάταιο.
Το μέσα δύσκολα αγγίζεται
κι ακόμα και τότε το άρωμα σου είναι αυτό
που γύρω μου παντού το χώρο θα ποτίζει.

Posted in | 13 Comments

«Τα χρόνια μου βάλτωσαν στα μην»


[Άκου...]

Ξεδίπλωσε την ξύλινη καρέκλα και τίναξε τη σκόνη από το ριγέ πανί. Ήταν έτοιμος να κάτσει, αλλά όχι. Τεντώνει ξανά το σώμα του και τη μετακινεί λίγα μέτρα μακριότερα από το φοίνικα. Εδώ το φως του φεγγαριού δε θα΄βρισκε εμπόδιο να τον βάλει στο κάδρο της νύχτας. Απομακρύνθηκε για λίγο αφήνοντας μόνη την καρέκλα στο φως του φυσικού προβολέα. Ο τραγουδιστός αγαπημένος του ήχος ανακατεύτηκε με τον ήχο των κυμάτων και αυτός βολεύτηκε στην καρέκλα βυθίζοντας την περισσότερο στην υγρή άμμο. Η διαδρομή του ξυπόλητος από το πικ-απ μέχρι εκεί του φάνηκε λυτρωτική. Έγινε ένα με την αμμουδιά, αν και ένιωσε το αδιάκριτο βλέμμα του φεγγαριού να τον ακολουθεί βήμα-βήμα. Τα δάχτυλα των ποδιών του παίζανε με το νερό που τον πλησίαζε και ξανάφευγε σαν σαγηνευτική γυναίκα με σκουρόχρωμο πέπλο. «Σςς» ψιθυρίζει στη γυναίκα με δισταγμό. «Άκου την Έλλα»...

Posted in | 11 Comments

Φώτης & Σουμέλα - πράξη ΙΙ



Πολλή ζέστη στο τριάρι σήμερα. Το ζεύγος κάθεται στο μπαλκόνι. Λίγα μέτρα από την αζαλέα της γωνίας τσουπ άλλο μπαλκόνι, της κυρα-Μίνας. Μπαλκόνια εν παραλλήλω, μπαλκόνια σε σειρά, μπαλκόνια σε στήλες. Στίχοι από τη φοιτητική γκαρσονιέρα του πρώτου ορόφου της πολυκατοικίας φτάνουν στ’αυτιά τους: στη μάνα μου δεν πάω πίσω, με το πουρό θα ξεστρατήσω...
-       Σταμάτα πια. Έχεις βγάλει όλον τον εσωτερικό σου κόσμο από τη μύτη. Θα σε δει και κανείς.
-       Ποιος μωρέ; Η Μίνα;
-       Ναι, η Μίνα. Δε θες να σε πιάσει στο στόμα της αυτή, του ψιθύρισε.
Νευριασμένος σηκώνεται από την καρέκλα ρίχνοντας της ένα άγριο βλέμμα. Η κοιλιά του σκάναρε την έξω επιφάνεια του τραπεζιού παίρνοντας μαζί το τασάκι με τ’αποτσίγαρα.
-       Αμάν ρε Φώτη δηλαδή!
Μάζεψε τις στάχτες και τα τσίγαρα και τα έριξε από το μπαλκόνι κάτω στο ξέφωτο. Άπλωσε τη ματιά του στο ντεκολτέ της όσο αυτή ξεφύλλιζε το γυναικείο περιοδικό και τη ρώτησε χαμηλόφωνα:
-       Έχω όρεξη μωράκι, εσύ..;
-       Όχι, έφαγα. Έχει μπρόκολο από χθες στα μικροκύματα.

Posted in | 10 Comments

ShareThis

Search

Swedish Greys - a WordPress theme from Nordic Themepark. Converted by LiteThemes.com.