Η ζουμερή θηλυκή παρουσία πέρασε από μπροστά του. Ο ζεν πρεμιέ ανασήκωσε ενάμιση εκατοστό το αριστερό φρύδι και της χαμογέλασε λάγνα. «Γρρρρ» ακουγόταν από το τριχωτό στήθος που πρόβαλε επιθετικά ανάμεσα στις δύο ροζ όχθες του πουκαμίσου. Η ζουμερή θηλυκή παρουσία δεν τσίμπησε, αν κι εκτίμησε την απουσία καδένας από το σύνολο. Χτύπησε το κινητό της όμως κι αναγκάστηκε να μείνει όρθια για λίγα λεπτά κουνώντας ελαφρά τον ποπό και στροβιλίζοντας ένα μικρό βόστρυχο με μωβ ανταύγεια. Ακούμπησε τ’αυτιά του καλύμματος.
- Μη!!! Σε παρακαλώ, όχι αυτό!
Η ζουμερή θηλυκή παρουσία δεν αντιλήφθηκε τον τρόμο του. Όχι μόνο δεν το κατάλαβε, αλλά πάτησε και το 3. Ένταση στο φουλ. Και το αριστερό της χέρι εκεί, στ’αυτιά του καλύμματος!
Ξέσπασε σε κλάματα. Ο παιδικός του εφιάλτης πραγματώνεται μπροστά στα μάτια του. Δε φοβόταν τριχωτές αράχνες, ιπτάμενες κατσαρίδες, μοχθηρά φίδια που κάνουν φσφσφς, λιγδερούς ποντικούς, τετραπέρατα ύψη, δαγκανιάρηδες καρχαρίες που κάνουν τανταντανταν, άγριους λύκους, κακοκάγαθες πεθερές, νηστικά και σαλιωμένα αγριόσκυλα, ούτε καν τα μυτερά τακούνια. Φοβόταν όμως τους ανεμιστήρες. «Ένα τεράστιο μάτι που κάνει έναν ύπουλο θόρυβο, γυρνάει δεξιά κι αριστερά με ψωνισμένο ύφος, στέκεται πάνω σε ένα μεταλλικό παλούκι, παράγει πολύ δυνατό αέρα που σηκώνει ψίχουλα, χαρτιά, μαλλιά, ρούχα και το μάτι αυτό αν πας να το αγγίξεις εσωτερικά, έχει λεπίδες που μπορούν να σου κόψουν το πουλί!».
Έκλεισε τα μάτια του μην μπορώντας να δει τη συνέχεια. Αμ δε. Η συνέχεια παίχτηκε με χαμηλό φωτισμό. Φαντάστηκε τη ζουμερή θηλυκή παρουσία ν’ανοίγει το κάλυμμα του ανεμιστήρα, τη ρόδα να φεύγει από τη θέση της, να χτυπά τραπέζι-πάτωμα-τοίχο-ανταύγεια και τελικώς να καταλήγει σε αυτόν διασκορπίζοντας τον στους ανέμους.






