Archive for 1/10/10 - 1/11/10

She gave him fever - μέρος 2/3



Τα πάνινα παπούτσια της ήταν σκονισμένα, μιας κι έπρεπε να διανύσει όλο το Bronx Park αυτό το απόγευμα που οι άερηδες δεν άφηναν ούτε έναν σκίουρο πάνω στα κλαδιά των δέντρων. Σε καμία περίπτωση δε θα επέλεγε να περάσει μπροστά από τα ελληνικά και ιταλικά εστιατόρια, τα κουρεία, τα μικρά ζαχαροπλαστεία και τα κρεοπωλεία έχοντας μώλωπες στο πρόσωπο. Ποιος θα τους άκουγε μετά. Θα γινόταν το θέμα της συνοικίας για μια βδομάδα. Περισσότερο θα πονούσε από τα επικριτικά και κοροϊδευτικά σχόλια δεξιά κι αριστερά παρά από τις δύο μπουνιές στο πρόσωπο. Ήταν η δεύτερη φορά που κατηγορηματικά δήλωνε στον οικογενειακό της φίλο και επικεφαλής του αστυνομικού τμήματος, ότι δε θα καταθέσει μήνυση εναντίον του συζύγου της. Και φυσικά καμία κουβέντα για διαζύγιο.

Φοβόταν για’κείνη και για τα παιδιά της. «Πώς μπορώ ν’αναλάβω τη φροντίδα τους όταν για μια ζωή έδωσα ό,τι είχα και δεν είχα σ’αυτόν τον άνθρωπο;». Στηρίχτηκε ολοκληρωτικά πάνω του αφήνοντας τις μεγάλες της αγάπες, τη μουσική και την αγγλική φιλολογία. Περιστασιακά μόνο δίδασκε πιάνο σε δύο ελληνόπουλα της πολυκατοικίας, αλλά κι αυτό μέχρι να’ρθουν τα δίδυμα. Λίγο ο αλκοολισμός εκείνου, λίγο το δικό της αθώο φλερτ με τον συγγραφέα άρλεκιν του δεύτερου ορόφου, δεν άργησε η βία να μπει ανάμεσα τους. Στην αρχή μελάνιαζαν τα χέρια της, μετά η πλάτη, ενίοτε οι μηροί της. Ανεχόταν το ξύλο σε σημεία που μόνο αυτός και ο καθρέπτης της βλέπανε. Ο δυνάστης θυρωρός είχε τον απόλυτο έλεγχο της ζωής της. Εκείνη θα έκανε υπομονή μέχρι τα μικρά να κλείσουν τα δύο, το πολύ τα τρία, όπως έλεγε στη μάνα της. Πριν από λίγους μήνες τα δίδυμα κλείσανε τα πέντε και το ίδιο βράδυ πήγε μόνη της στο νοσοκομείο για υποτιθέμενη πτώση από σκάλα.

Το βράδυ έπεφτε κι εκείνη άφηνε πίσω της το αστυνομικό τμήμα κοιτώντας προς τη μεριά του πάρκου που βρίσκεται το σπίτι της και μαζεύοντας σε μια γωνιά του προσώπου της τα καστανά μαλλιά που άκομψα ανακάτεψε ο αέρας.

Βγήκε από την πόρτα του ασανσέρ μ’ένα ψεύτικο κόκκινο χαμόγελο που έμοιαζε σαν το πλέον κατάλληλο αξεσουάρ για το κόκκινο τζιν. Ο βηματισμός της στο διάδρομο διακόπηκε απότομα όταν τα δύο μικρά της της όρμηξαν πετώντας την μπάλα πίσω της. Το χαμόγελο, που είχε φορεθεί ήδη από το σβήσιμο του αριθμού 6 στο ασανσέρ, πλέον έβγαινε αβίαστα. Όπως αβίαστα βγήκε και το δάκρυ στα δυο της μάτια. «Γιατί κλαις, μαμά;» ήταν η ερώτηση για να δοθεί η απάντηση «σκόνη από το πάρκο, αγάπη μου».

Posted in | 9 Comments

She gave him fever - μέρος 1/3


[red fever]

Έκλεισε τη ροζ πόρτα της Rolls-Royce, στάθηκε για ν’ανάψει τσιγάρο και κατευθύνθηκε προς την είσοδο της πολυκατοικίας. Ο θυρωρός από την απέναντι πολυκατοικία σηκώθηκε από τη θέση του για να δει τον ιδιοκτήτη του εκκεντρικού αυτοκινήτου. Γούρλωσε τα μάτια του όταν αντιλήφθηκε για ποια πρόκειται κι εκτινάχτηκε πίσω στην καρέκλα του. Την ίδια στιγμή η κουρτίνα του πρώτου ορόφου επέστρεφε στην αρχική της θέση έπειτα από το στιγμιαίο άνοιγμα της από τη γηραιά ένοικο. Ένα τέτοιο αυτοκίνητο δε θα περνούσε απαρατήρητο σε μια τόσο φτωχή γειτονιά του Bronx. Το φύλλο της εφημερίδας που πέρασε πανικόβλητο δίπλα από την κόκκινη γόβα της οδηγού είχε ημερομηνία 10-21-1971 και η πράσινη ταμπέλα της οδού έγραφε Fordham Street. 

Αν και ήταν ένα από αυτά τα αέρινα φθινοπωρινά βράδια της Νέας Υόρκης, η μυστηριώδης οδηγός φορούσε ένα μεγάλο κόκκινο καπέλο που τη βοηθούσε να κρύβει επιμελώς τα μαλλιά και το βλέμμα της. «Στον 5ο», απάντησε σοκαρισμένος ο θυρωρός και κατεβάζοντας εκείνη τα μαύρα γυαλιά τον κοίταξε στα μάτια. Αυτός πάγωσε και δεν μπορούσε να καταλάβει αν είχε τρομάξει ή ερεθιστεί. Τα ξανανέβασε και άνοιξε την πόρτα του ασανσέρ. Μπορούσε να διακρίνει τη γόβα της για λίγα δευτερόλεπτα ακόμα μέχρι να χαθεί το φως του ασανσέρ από το ισόγειο. Ήξερε πως δεν είχε κανένα νόημα να καλέσει την αστυνομία. Ο δυνατός αέρας έκλεισε την πόρτα της εισόδου τρομάζοντας τον. Η γρήγορη αναπνοή του και η ταλάντωση της πόρτας ήταν οι μόνοι ήχοι που γέμιζαν την είσοδο της πολυκατοικίας.

Posted in | 8 Comments

Όνειρο 17:07



Ήρθες στον ύπνο μου πάλι σήμερα το μεσημέρι. Οι επισκέψεις σου τελευταία έχουν γίνει τόσο συχνές που ανησυχώ μήπως διστάζεις να μου πεις κάτι στον ξύπνιο μου. Ή μήπως δε βρίσκεις το χρόνο να μου τα πεις. Γελάω με αυτή τη σκέψη, δε σου κρύβω, γιατί παλιότερα σκεφτόμουν πόσο λίγες μου φαίνονται οι 24 ώρες της μέρας και της νύχτας για να σε τραγουδήσω. Πλέον ξέρω το λόγο.

Καθόμουν έξω από την πόρτα του σπιτιού μου. Γυρίζω το κεφάλι μου στα αριστερά και νιώθω το πλάνο του σκηνοθέτη να σκαρφαλώνει την πρόσοψη της πολυκατοικίας και να φτάνει στην ταράτσα. Η μέρα χάνεται, το σκοτάδι γεμίζει το χώρο και η ματιά μου φτάνει εκεί ψηλά. Πίσω από ένα γειτονικό κτίσμα προβάλλει φως. Δεν μπορώ να διακρίνω την πηγή του, το νιώθω όμως να περνά ξυστά δίπλα μου. Όλες οι σκιές ανάμεσα στο φως και μένα πέφτουν γύρω μου. Κάποιες κινούνται και κάποιες στέκουν και με κοιτούν. Η καρδιά μου κάνει αισθητή την παρουσία της στους ήχους που φτάνουν στα αυτιά μου και ξαφνικά ένας λαμπτήρας, που κανονικά δεν υπάρχει εκεί που τον είδα, ανάβει. Χάνονται οι σκιές και όλα αλλάζουν. Αφήνω την αίσθηση πλήρους συνειδητοποίησης και ταξιδεύω στο χάος. Αδυνατώ να διακρίνω το χρώμα του φωτισμού, αν κρυώνω ή ζεσταίνομαι, αν είναι μέρα ή νύχτα. Ξέρω μόνο ότι ενώ δεν είσαι εκεί, δε φαίνεσαι πουθενά, είσαι εδώ. Βρίσκομαι μέσα στις σκέψεις σου, στα μισώ σου, τα φοβάσαι σου, τα θέλω, τα εύχομαι, τα αγαπώ. Καταλαβαίνεις τί θέλω να σου πω; Οι ώρες δε μου φτάνουν όχι μόνο επειδή είναι λίγες για σένα, αλλά επειδή αυτό που ζω μέσα σου δεν το κατανοώ για να το περιγράψω. Και να σου πω και κάτι άλλο; Δε θέλω να ξυπνήσω. «Τς». Δε θέλω.

Posted in | 6 Comments

Φονέας Βλαντ



Ο μπαλτάς πέταξε για τρία δευτερόλεπτα μέχρι να προσγειωθεί στη βάση του λαιμού της Βούλας. Ήταν η πρώτη φορά που ήταν τόσο εύστοχος. Και χάρηκε γι’αυτό. Το μόνο που τον ενοχλούσε με την όλη διαδικασία ήταν το πήγαινε-έλα. Από τότε που προσλήφθηκε στη δουλειά, ονειρευόταν έναν μπαλτά που να χτυπά τον ελέφαντα και να γυρνά πίσω σ’αυτόν. Τον μπαλτά-μπούμερανγκ. 

Η βίαιη και ανορθόδοξη μέθοδος του είχε αποτελέσει αντικείμενο κριτικής από τους συναδέλφους του, αλλά απέφευγαν να του το θίξουν. «Μα είναι τέχνη», τους έλεγε. «Άλλωστε δε βλέπω το πρόσωπο της. Δε μου κάνει καμία αίσθηση. Ακούω μόνο το ζώο να πέφτει και βλέπω το αίμα να κυλά». Ο Βλαντ έπασχε από ζωική προσωπαγνωσία. Άνθρωποι που πάσχουν από προσωπαγνωσία αδυνατούν ν’αντιληφθούν πρόσωπα που έχουν συναντήσει ξανά και ξανά, ενώ διατηρούν την ικανότητα τους να αντιληφθούν αντικείμενα. Ο Βλαντ έκανε τη διαφορά όμως. Αναγνώριζε κανονικά τα ανθρώπινα πρόσωπα, αλλά δυσκολευόταν με τα τετράποδα ζώα. «Είσαι ο κατάλληλος για τη δουλειά», του’λεγε το αφεντικό του καθώς στίβαζε τους χαυλιόδοντες στα καμουφλαρισμένα κιβώτια.

Οι γονείς του Βλαντ αντιλήφθηκαν την πάθησή του όταν αυτός ήταν έξι ετών. Σε επίσκεψη τους στο ζωολογικό κήπο του Βουκουρεστίου ο μικρός Βλαντ ρώτησε τη μητέρα του αν μπορεί να μπει μέσα στο κλουβί με τα πανέμορφα σκυλάκια και να παίξει μαζί τους. Οι γονείς του κοίταξαν μια τον Βλαντ και μια τα μικρά τιγράκια. Όταν το συζήτησαν μαζί του, διαπίστωσαν την επιμονή του Βλαντ να μπερδεύει γάτες, σκυλιά, νυφίτσες, τίγρεις και πρόβατα. Τον εντυπωσίαζε μάλιστα η ποικιλομορφία στα τριχώματα. Αργότερα έμαθε να τα ξεχωρίζει από τις κραυγές τους, αλλά πάντα γελούσε στην ιδέα ότι τέσσερα πόδια περπατάνε μόνα τους.

Με τη Βούλα είχαν γνωριστεί λίγο καλύτερα και δεν έκρυβε τη συμπάθεια του στο χαυλιόδοντα της. Ήταν «αριστερόχειρας» όσο αφορά στο χαυλιόδοντα, κάτι που την ξεχώριζε από τους υπόλοιπους ελέφαντες που βοσκούσαν τριγύρω. Ο Βλαντ έφυγε από τη Ρουμανία μόλις πριν από τρεις μήνες, όταν λόγω Δ.Ν.Τ. η κατάσταση στη χώρα έγινε ασφυκτική. Το ταξίδι στην Αφρική ήταν παιδικό του όνειρο – «τεράστια πόδια να περπατάνε», έλεγε μικρός – και όταν του δόθηκε η ευκαιρία να φύγει, την άρπαξε χωρίς δεύτερη σκέψη. Αρκετά έξω από την Πραιτώρια, σε παράνομες εγκαταστάσεις συλλογής χαυλιόδοντα, ανέλαβε το πόστο του φονέα ελεφάντων. Ο μισθός ήταν παχυλός και οι ευκαιρίες για σαφάρι αρκετές. «Το ένα πόδι νίβει το άλλο και τα δυο τα άλλα δύο», έλεγε αστειευόμενος, καθώς τραβούσε το χαυλιόδοντα από τη σάρκα της Βούλας.

Posted in | 7 Comments

Emersione



Από μακριά την είδε να τρέχει παράλληλα στην όχθη του ποταμού Άρνο και αντίθετα στην κίνηση του νερού. Το μακρύ της πολύχρωμο φόρεμα χόρευε άρρυθμα μέσα στη λάσπη. Το μίγμα της βροχής και των δακρύων πότιζαν το πρόσωπο της που έδειχνε να διψά από τον υπερβολικό πόνο σε όλη του την έκταση – από τις κυρτές ρυτίδες του μετώπου μέχρι το επικίνδυνο κόκκινο των χειλιών. Η εσωτερική επένδυση την κούραζε και κάθε λίγο έπρεπε να σταματά δινοντας τη σκυτάλη σε ηχηρούς λυγμούς. Την πρόδοσε ο ποιητής της, ο ζωγράφος της, ο αοιδός της. Ο άνθρωπος που ζωγράφιζε με τα μάτια του μόνο, όποτε την έβλεπε, τους ωραιότερους πίνακες σε ολόκληρη την Ιταλία. Εκείνος που για χάρη της πιο συχνά μιλούσε με στίχους ερωτικούς, παρά με λόγια θνητών. Την πρόδοσε ο άντρας για τον οποίο δεν έπαψε ποτέ να σιγοτραγουδά τα βράδια, λίγο πριν ξαπλώσει στην κρεβατοκάμαρα της, στην κατοικία των Μεδίκων.

Ο πίνακας παραδόθηκε στον πατέρα της ένα συννεφιασμένο πρωινό Πέμπτης. Η Μπιάνκα βούρκωσε όταν τον είδε. Πέταξε το φλυτζάνι που κρατούσε στα πόδια του πατέρα της, Δούκα της Τοσκάνης, κι έτρεξε προς τον κήπο. Η γυναίκα του καμβά ήταν εκθαμβωτική, δεν καταγόταν από τούτο τον κόσμο. Μάγεψε τον Ζέφυρο με την Αύρα της και σύγχυσε τις Ώρες της μέρας. Ήταν αδύνατο για την αφελή Μπιάνκα να πιστέψει ότι η γυναίκα αυτή ήταν η προβολή της ίδιας της Μπιάνκας στον κόσμο των θείων που γέννησε ο νους του ζωγράφου. Ήταν σίγουρη πως ο δικός της Σάντρο είχε ερωτευτεί άλλην.

Ο Σάντρο πλησίαζε στην οικία των Μεδίκων, όταν είδε την Μπιάνκα να τρέχει στη λάσπη. Ζήτησε από τον οδηγό της άμαξας να σταματήσει και γονάτισε στην απένατι όχθη παρατηρώντας την μέσα στη βροχή. Αναδυόταν μέσα από το χώμα και οι σταγόνες της βροχής την εξύψωναν στα σκούρα σύννεφα. Όπως ήθελε άλλωστε η εικόνα του λασπωμένου καφέ τελειώματος του φορέματος της με το γαλάζιο, ουρανίσιο υπόλοιπο που τύλιγε το νεανικό της σώμα. Ο ζωγράφος ένιωθε πλέον σίγουρος πως το έργο του αυτό έκανε την Μπιάνκα πιο δική του κι από το πινέλο με την αφιέρωση σ’αυτήν που βαστούσε στο δεξί του χέρι…
•~•~•
Of august gold-wreathed and beautiful
Aphrodite I shall sing to whose domain
belong the battlements of all sea-loved
Cyprus where, blown by the moist breath
of Zephyros, she was carried over the
waves of the resounding sea on soft foam.
The gold-filleted Horae happily welcomed
her and clothed her with heavenly raiment.

Στίχοι του Ομήρου μεταφρασμένοι από τον σπουδαίο Έλληνα δάσκαλο της Αναγέννησης Δημήτριο Χαλκοκονδύλη (1424-1511). Ο Χαλκοκονδύλης ήταν ο πρώτος που τύπωσε έργα του Ομήρου και του Ισοκράτη και ο τελευταίος Έλληνας ανθρωπιστής που δίδαξε ελληνική λογοτεχνία στα σπουδαία πανεπιστήμια της Ιταλικής Αναγέννησης (Φλωρεντία, Μιλάνο). Δίδαξε την ελληνική γλώσσα σε πολλούς σημαντικούς Ιταλούς της εποχής, όπως στον Poliziano και τον Πάπα Leo X, αλλά και στον Γερμανό ανθρωπιστή J. Reuchlin.  

Σχετικά με τον πίνακα της Γέννησης της Αφροδίτης, ο Σάντρο Μποτιτσέλι φιλοτέχνησε το έργο χρησιμοποιώντας ως πηγή τον Όμηρο και απεικόνισε τη στιγμή κατά την οποία η Αφροδίτη φθάνει στο νησί των Κυθήρων, μετά τη γέννησή της. Η μετάφραση του Ομήρου από τον Χαλκοκονδύλη αποτελεί μία από τις πιθανότερες εμπνεύσεις του Μποτιτσέλι. Στο αριστερό άκρο του πίνακα, απέδωσε το Ζέφυρο μαζί με την Αύρα, οι οποίοι προσπαθούν να φυσήξουν έτσι ώστε η Αφροδίτη να φτάσει στη στεριά όπου θα την υποδεχτεί μία από τις Ώρες. Το έργο πιθανότατα παραγγέλθηκε από την ισχυρή οικογένεια των Μεδίκων. Η Μπιάνκα ήταν μέλος αυτής της οικογένειας ευγενών της Φλωρεντίας και σύγχρονη του Μποτιτσέλι. Πιθανώς να έχουν συναντηθεί, πιθανώς και όχι… Η ερωτική ιστορία που μόλις διαβάσατε δε στηρίζεται σε ιστορικά στοιχεία. «Αναδύθηκε» απλά στο μυαλό του υποφαινόμενου παρατηρώντας τον πίνακα του ζωγράφου.

Posted in | 10 Comments

ShareThis

Search

Swedish Greys - a WordPress theme from Nordic Themepark. Converted by LiteThemes.com.