Πόσο φτωχές έχεις κάνει τις λέξεις μου· πόσο μουντές τις εκφράσεις του προσώπου μου και πόσο εύκολα τα αχ των πόνων μου.
Στάχτη της γόπας που αργοσβήνει στη σκοτεινή γωνιά του δρόμου και φως του άστρου που πεθαίνει στο άπειρο, το εγώ μου δίχως το δικό σου.
Λόγια που άλλοι φοβούνται να χαρίσουν, λόγια βαριά που κλειδώνουν, ποτέ μας δεν προλάβαμε ν’ανταλλάξουμε.
Πόση σημασία να’χουν άραγε εφτά γράμματα μπροστά σε δυο ζωές που’γίναν μεμιάς μία;




Δημοσίευση σχολίου