Εξαιρετικός στο μέτρημα. Ήξερε ακριβώς πόσα βράδια αυγουστιάτικου φεγγαριού στεκόντουσαν πίσω του στάζοντας. Πόσα ζεστά πρωινά του Μάη έπρεπε να πετάξει τα βαριά παπλώματα από τα πόδια του. Θυμόταν κάθε αλλαγή, κάθε μεταβολή που συζεύγνυε τη θνητή του υπόσταση με αυτή του αιώνιου κοσμικού.
Μέχρι τη μέρα που γνωρίστηκαν. Τη στιγμή δηλαδή εκείνη που βλαστήμησε την ανθρώπινη του φύση και τα εύθραυστά του μάτια. Όταν θα έδινε ό,τι είχε και δεν είχε για να κάνει τα μάτια του μηχανή. Μηχανή ψυχρή που θα εγκλώβιζε για πάντα το θέαμα που αντίκρυζε βαθιά μέσα στις χαρακιές του μυαλού του. Χα! Άκου για πάντα! Πόσο θρασύς! Με την πρόφαση του έρωτα να καπηλεύσει την παλιότερη ιδέα, αυτή του χρόνου. Κι όμως ο μπαγάσας τα κατάφερε. Παύση. Πάγωμα. Αποβίβαση. Έστω και για λίγο ο συρμός του χρόνου σφύριζε χωρίς αυτούς πάνω του.
Ήταν από τις μέρες εκείνες της ζωής του που τα χείλη γελούσαν, αλλά το μυαλό ξεγελιόταν. Έπαψε από τότε να μετράει κι αυτές ήταν οι μόνες μέρες που θυμόταν αριθμητικά μετά τη συνάντησή τους. Πόση σημασία να’χει όμως αυτή η απώλεια μνήμης; Καμία, λέει ο ίδιος προσπαθώντας να μετρήσει Ιούληδες με τα δυο του χέρια. Έπαιξε με τα θεριά και κέρδισε. Έπαψε να μετρά παύοντας το χρόνο που τον κοιτούσε κατάματα. Ναι, για μία αιώνια στιγμή μόνο. Πόσες απ’αυτές χρειάζεσαι άραγε;




Δημοσίευση σχολίου