Μεγάλος φαν των ακραίων ομαδικών αθλημάτων ο ίδιος δε δείλιασε ούτε στιγμή. Η γυναίκα του, οι γονείς του και οι φίλοι του προσπάθησαν να τον αποτρέψουν. «Μα τί πας να κάνεις; Τα’χεις όλα, γιατί θες να ρισκάρεις να τα χάσεις;», του λέγανε άλλοτε από απορία και άλλοτε με θυμό. Το ίδιο θα του’λεγε μάλλον και η νεογέννητη κορούλα του, αν και αυτός ήλπιζε ότι θα βάδιζε στα χνάρια του μεγαλώνοντας.
Είναι έτοιμος. Ο διάδρομος με τις ακραίες δοκιμασίες απλώνεται μπροστά του. Ηρεμεί, συγκεντρώνεται, παίρνει βαθιές ανάσες και ξεκινά με αργό βήμα αρχικά. Εμπόδιο πρώτο, μια εφημερίδα ανοιγμένη στις πολιτικές ειδήσεις. Την πατάει με μεγάλη δυσκολία, ίσως και φόβο, γλιστρά και πέφτει στο χώμα. Το κεφάλι του αιμορραγεί. Σηκώνεται όμως, τρέχει και αποφασισμένος πηδά το δεύτερο εμπόδιο-βουνό, μια τηλεόραση που προβάλλει δελτίο ειδήσεων. Οριακά δεν τα καταφέρνει και το πόδι του σπάζοντας το γυαλί χώνεται μέσα της. Τα λόγια της εντεταλμένης ρεπόρτερ θυμίζουν τώρα χαλασμένη κασέτα μαγνητοφώνου. Το γυαλί του σκίζει το δέρμα, αλλά εκείνος σηκώνεται πάλι να συνεχίσει. Το δρόμο του κλείνει ένα μεγάλο, ψυχρό, διαφανές κουτί με αιματοβαμμένα χρήματα. Θυμίζει τράπεζα. Πέφτει με φόρα πάνω του για να το σπρώξει χάνοντας δύο δόντια. Κι άλλο αίμα στο χώμα, αλλά το κουτί μετακινήθηκε όσο έπρεπε για να περάσει. Εξαντλημένος ψυχικά και σωματικά φτάνει μπροστά σε δύο σειρές από χέρια με γκλομπς. Τον χτυπάνε καθώς περνά ανάμεσά τους. Στο πρόσωπο, στην κοιλιά, στον αυχένα, στα χέρια, στα πόδια. Σέρνεται στο χώμα. Ξαφνικά κάποια χέρια, άλλα χέρια, τον τραβάνε έξω και φροντίζουν τις πληγές του. Άγνωστα χέρια, ιδρωμένα και χτυπημένα σαν τα δικά του ήταν αυτά.
Οι κανόνες του αθλήματος όμως παραβιάστηκαν. Δεν ήταν αυτή η συμφωνία. Θα υποχρεωθεί να επαναλάβει τη διαδρομή. Ξανά και ξανά. Πλέον όμως όχι μόνος, το ξέρει. Και τα χέρια τα πολλά τα άγνωστα, μόνο άγνωστα δε θα΄ναι πια.




Δημοσίευση σχολίου