Peach black



Ένα πληγωμένο ροδάκινο, μια ξύλινη, πολύχρωμη σαύρα από το προτελευταίο του ταξίδι και μια περαστική γάτα απ’το παράθυρο του παγιδευμένου δωματίου αποτέλεσαν τις σημαδούρες τους για το υλικό και σύγχρονο. Δίπλα στο μαχαίρι που μόλις είχε κόψει τη σάρκα του καρπού μερικές σταγόνες νερού και λίγο πιο πέρα απ’αυτές ένα όχι ανήσυχο υπό το βλέμμα του εχθρού. Ανάμεσα στα πεταμένα ρούχα του και την καρέκλα που για λίγο τα δέχτηκε, πρόβαλε εκείνο, υγρό και λαχανιασμένο, το ναι. Εκεί, ανάμεσα στο ξύλο της καρέκλας και την τσέπη του παντελονιού που φύλαγε τη φωτογραφία τους, είχε χωθεί το ναι που απειλητικά το όχι κοιτούσε.

Κράτησαν ένα λεπτό σιγής. «Πόσο αφελές και μεγαλόπνοο», σκέφτηκαν σίγουρα και οι δύο. Να προσπαθήσεις να κρατήσεις στα θνητά σου χέρια όχι μόνο τη σιγή, αλλά και το χρόνο. Το λεπτό είχε ήδη φύγει και η σιγή έδωσε τη θέση της στο φόβο. Γιατί η ίδια η σιγή άλλωστε από φόβο απλώθηκε σα δίχτυ στο δωμάτιο· όταν πάλι και οι δυο τους αντιλήφθηκαν ότι οι λέξεις είχαν φοβηθεί τα χείλη. Αυτές τρεμάμενες το στόμα θέλανε ν’αφήσουν, μα τα κόκκινα συρόμενα τείχη άλλου διαταγές ακολουθούσαν.

Κι εκεί, ανάμεσα στο όχι και το ναι, το φόβο και τη σιγή, το μαχαίρι και τη φωτογραφία ήρθε εκείνος που πάντα λύσεις δίνει, ο Αύγουστος. Και μετά πάλι σιγή. Λίγες στιγμές μακριά της η πρώτη κραυγή: ο Αύγουστος γεννούσε ποτάμι, από αίμα μαύρο και φως ροδακινί.

Posted in . Bookmark the permalink. RSS feed for this post.

ShareThis

Search

Swedish Greys - a WordPress theme from Nordic Themepark. Converted by LiteThemes.com.