[μέλια]
Πόσες φορές σου’χω ζητήσει με γυμνά τα πόδια στο σπίτι να μη γυρνάς. Με μέλι που στάζεις το πάτωμα έχεις γεμίσει και μέρες κάνω να ξεφύγω από την πατημασιά σου. Εξαιτίας σου νου και ανάσα κοντεύω να χάσω. Αλλά όχι, γυμνά τα πόδια σου σμιλεμένα από μέλι κράτα, να’χω έστω κι ένα λόγο όταν είμαι μαζί σου τη γη ν’αγγίζω. Ν’αφήνω ατάραχους τους ουρανούς και το πραγματικό ενίοτε με την άκρη της γλώσσας να γεύομαι. Και η οδοντόβουρτσα που παρέα πλέον βρήκε είναι εκεί το μέλι με υπομονή στα κρύα πλακάκια του Νοέμβρη τ’όνομα σου να χαράζει. Μόνο μη μ’αφήνεις μόνο... Στο δωμάτιο με το θρόνο που μ’έβαλες να κάτσω. Γιατί ψηλός είν’ο θρόνος και πολύ μικρός δείχνω χωρίς τα μάτια σου πάνω μου.




Δημοσίευση σχολίου