Ο φίλος μου ο Τζο



Συνάντησα τον Τζο στη φυτεία σήμερα. Οι ραβδώσεις στο πρόσωπό του ακόμα να φύγουν. Στη διαδρομή τους πάνω στο μαύρο του δέρμα έβλεπες αποξηραμένες λίμνες αίματος και την αγία, δολοφονημένη μάνα του να βουτά σ’αυτές από πολύ ψηλά. Οι πιο καθάριες και ξεκάθαρες γραμμές που’δα μετά απ’αυτές που ίππευσε το τρένο για να με φέρει στην ταλαιπωρημένη μου Τζόρτζια, λίγα χιλιόμετρα δυτικά του Μπέινμπριτζ. Ναι, συνάμα καθάριες και ξεκάθαρες. Ούτε τα άσκαφτα δάχτυλα του αφεντικού, μα ούτε οι αλύγιστες βέργες με τις οποίες τον βασάνιζε, μπορούσαν να βρωμίσουν τις γυαλιστερές γραμμές του φίλου μου του Τζο.

Ο Αύγουστος έχει ξυπνήσει για τα καλά εδώ στο νότο και η δουλειά στα χωράφια μυρίζει έρωτα με ήλιο, μεθυσμένο από ιδρώτα και αίμα.

-Εσύ, επισκέπτης μακρινός και φιλοξενούμενος του χρόνου απ’άλλο χρόνο, πώς απέκτησες τα σκαψίματα στο πρόσωπο;

Με ρωτά.

-Εγώ, καλέ μου Τζο, καταρράστηκα να ναυαγώ χωρίς να χαίρομαι τα χιλιάδες αστέρια από πάνω μου και συνήθισα να κρύβομαι δίχως ν’αποκρίνομαι στις σκιές.

-Και τί κάνεις εδώ, δυο αιώνες πίσω;

-Ναυαγώ ξανά, περαστικός στο χρόνο, φίλε μου.


Posted in . Bookmark the permalink. RSS feed for this post.

ShareThis

Search

Swedish Greys - a WordPress theme from Nordic Themepark. Converted by LiteThemes.com.