Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιδρώτας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Ο φίλος μου ο Τζο



Συνάντησα τον Τζο στη φυτεία σήμερα. Οι ραβδώσεις στο πρόσωπό του ακόμα να φύγουν. Στη διαδρομή τους πάνω στο μαύρο του δέρμα έβλεπες αποξηραμένες λίμνες αίματος και την αγία, δολοφονημένη μάνα του να βουτά σ’αυτές από πολύ ψηλά. Οι πιο καθάριες και ξεκάθαρες γραμμές που’δα μετά απ’αυτές που ίππευσε το τρένο για να με φέρει στην ταλαιπωρημένη μου Τζόρτζια, λίγα χιλιόμετρα δυτικά του Μπέινμπριτζ. Ναι, συνάμα καθάριες και ξεκάθαρες. Ούτε τα άσκαφτα δάχτυλα του αφεντικού, μα ούτε οι αλύγιστες βέργες με τις οποίες τον βασάνιζε, μπορούσαν να βρωμίσουν τις γυαλιστερές γραμμές του φίλου μου του Τζο.

Ο Αύγουστος έχει ξυπνήσει για τα καλά εδώ στο νότο και η δουλειά στα χωράφια μυρίζει έρωτα με ήλιο, μεθυσμένο από ιδρώτα και αίμα.

-Εσύ, επισκέπτης μακρινός και φιλοξενούμενος του χρόνου απ’άλλο χρόνο, πώς απέκτησες τα σκαψίματα στο πρόσωπο;

Με ρωτά.

-Εγώ, καλέ μου Τζο, καταρράστηκα να ναυαγώ χωρίς να χαίρομαι τα χιλιάδες αστέρια από πάνω μου και συνήθισα να κρύβομαι δίχως ν’αποκρίνομαι στις σκιές.

-Και τί κάνεις εδώ, δυο αιώνες πίσω;

-Ναυαγώ ξανά, περαστικός στο χρόνο, φίλε μου.


Posted in | Leave a comment

Λόγοι εκατό


Είναι η θλίψη της αναμονής και τα δάχτυλα που δεν ίδρωσαν. Η αποδοχή της ήττας και η αφομοίωση των όρων τους. Ο ενστερνισμός της αναβολής και το προσκύνημα στο «ε και τί». Είναι η εξομοίωση ανέργων πρωινών με τα τηλεκοντρόλ στο πάτωμα δίπλα στον κατάκοπο ανεμιστήρα του απογεύματος. Το κατέβασμα των ρολών και ο τελευταίος ήχος της κλειδαριάς μια ζεστή Πέμπτη του Ιούλη. Το ανασφάλιστο μιας γενιάς και η άρνηση του φαρμάκου στην άλλη. Αυτό το «θέλω να λήξω» που σκεπάζει τα πρόσωπα στις στάσεις των λεωφορείων και το ράψιμο των χειλιών που δε λένε να χαλάσουν την παραλληλία τους. Και το κυνηγητό του ξένου, του ανθρώπου-στόχου, η πτώση στα σκαλιά και ο ξυλοδαρμός και ο φόνος. Η σιωπή μου είναι. Η ενοχή μου, το βαθύ κάθισμα στον καναπέ και το πέταγμα του ρυζιού, του γάλατος και της παλιάς κουβέρτας. Το κλείσιμο του παραθύρου στα φανάρια και η στροφή του βλέμματος στα ψηφιακά γράμματα του ραδιοφώνου. Η άρνηση του πραγματικού, το μακρύ κλείσιμο των ματιών, η ψήφος στο μίσος και η φωνή που δε βγήκε ποτέ. Το καταφύγιο του κρεβατιού που φιλοξενεί δύο σκέτα αντί για δύο ενωμένα. Αυτά είναι. Μη μου δείξεις αποδείξεις, λογαριασμούς και χαρτιά γεμάτα νούμερα. Γιατί αν θέλω ν’αυτοκτονήσω, λόγους εκατό μπορώ να σου μετρήσω.

Posted in | Leave a comment

Χτύπα το κουδούνι


Να χαζεύαμε φωτογραφίες από άδειες, μεγάλες πλατείες που περπατήσαμε ξημερώματα και λιθόστρωτα δρομάκια πίσω από οικογενειακούς φούρνους που είδαμε ν’ανοίγουν και πρώτοι εμείς τις μυρωδιές ρουφήξαμε. Και μετά να μπερδέψουμε την ερωτική μας διάθεση με την αγωνιστική. Να μην ξέρουμε αν θέλουμε να κάνουμε έρωτα δίπλα στον κρύο, βραδινό βράχο ή να χτυπήσουμε τα κουδούνια και να βγουν όλοι στους δρόμους. Να γίνει πραγματικότητα η ευχή σου, θυμάσαι; «Να δεις που ο κόσμος είναι μέσα στα σπίτια και περιμένει απλά το κουδούνι. Στέκεται δίπλα στο θυροτηλέφωνο περιμένοντας. Δε θα ρωτήσει ποιος και γιατί. Θα πάρει απλά το διπλανό του και θα κατέβει στο δρόμο. Περιμένει το σύνθημα, το σινιάλο απ’το θορυβώδη δρόμο. Το κουδούνι-φάρσα που χτυπούσαμε παιδιά και τρέχαμε μακριά και κρυβόμασταν πίσω από αυτοκίνητα περιμένοντας να κόψουμε αντιδράσεις, λόγια και μορφασμούς, το ίδιο αυτό κουδούνι της παιδικής ηλικίας να γίνει όπλο ξεσηκωμού. Τώρα άλλωστε είναι κι ευκολότερο: τα δάχτυλα είναι μεγαλύτερα και τα πόδια δε χρειάζεται ν’ανασηκωθούν για να φτάσουν». Ναι, να γίνει πραγματικότητα η ευχή σου, ζωή μου, και δε θα σου το χαλάσω διαφωνώντας για το πού στέκεται ο κόσμος. Να σταματήσεις να βλέπεις τους φίλους σου να μαζεύουν από απόγνωση, κάθε μήνα όλο και πιο σκυφτούς με χέρια δυσκίνητα και χείλια ερεθιζόμενα μόνο απ’τα απαραίτητα. Με το’να χέρι στη βαλίτσα και τ’άλλο στο λαιμό που πνίγεται. Χτύπα το κουδούνι, έλα, κι εγώ θα κρυφτώ πίσω απ’τ’αμάξι και θα σε καμαρώνω.


Στους φίλους μου

Posted in | Leave a comment

Γιατί πολύ μου πάει ο ιδρώτας σου


Να δαγκώσω τα χείλια σου, να τα ξεράνω, να κλέψω ό,τι σάλιο άπλωσες πάνω τους και να πετάξω μέσα του τη σχεδία που θα σε φέρει πίσω στην αμμουδιά. Γιατί πολύ μου πάει ο ιδρώτας σου πάνω μου και όσο λείπεις νιώθω ντεμοντέ. Να βγάλω τα πετραδάκια από τα μαλλιά σου και να τα κρύψω σε σκιερές γωνιές δίπλα σε τσαλακωμένα τσιγαροκούτια, για να σου κάνω βουντού. Ν’ανταγωνίζονται τα μαγικά μου τα δικά σου και να ηττώνται πανηγυρικά. Να χαράξεις με τα νύχια σου στην πλάτη μου το δρόμο που τυφλός και άλαλος θα βαδίσω μέχρι να σε συναντήσω πάλι. Να’ρθεί ο χειμώνας και τα δάχτυλα μου βγαίνοντας από τα μαλλιά σου να ελευθερώνουν τα πετραδάκια του περασμένου Μάη. Να μυρίζει ακροθαλασσιά η χοντρή σου κουβέρτα και αλατισμένο βράχο οι σχισμές της παλάμης σου. Να’χω τη γεύση του ηλιοκαμμένου σου ώμου μυστική συνταγή στο ντουλάπι της κουζίνας. Να μου κάνεις τους χειμώνες καλοκαίρια και το χρόνο μου δίχτυ στιγμών.




Posted in | Leave a comment

Mάνα γενιά, σου γράφω πάλι


Μάνα γενιά, της σιωπής των 67-73 ντεσιμπέλ υπό του μηδενός.

Μάνα γενιά που έχτισες τα παιδιά σου σε καλούπια φθοράς και συναλλαγής.

Εσύ που είδες τανκς να σε πατάνε και Φοίνικες να σκίζουν σημαίες απ’τον ιστό.

Που μπαινοέβγαινες σε κομματικά γραφεία ζητώντας χρήμα και πουλώντας δημοκρατία. Που στιγμάτισες την αξιοπρέπεια και τη συλλογικότητα, για την οποία μέλη της γενιάς σου έχυσαν αίμα σε υγρά κελιά. Μάνα γενιά, που προέβαλες το καλό της μικρής σου οικογένειας πάνω απ’αυτό της μεγαλύτερης οικογένειας, της Κοινωνίας.

Βλέπεις τους πυλώνες της σήψης σου να σπρώχνονται από τα παιδιά σου και τρομοκρατείσαι.

Αμύνεσαι με λόγια πανικού και αγκαλιές από φτερούγες φτιαγμένες με τα τελευταία μολυσμένα χαρτονομίσματα.

Μας κοίμισες για χρόνια προσφέροντας ύλη αντί ουσίας.

Σιωπήσαμε κι εμείς. Βολευτήκαμε. Βγάλαμε όσες κραυγές βγάλατε κι εσείς επί χούντας.

Μάνα γενιά, σου γράφω πάλι ασθμαίνοντας.

Σου ζητάμε να κάνεις στην άκρη, γιατί το οικοδόμημα σου γκρεμίζεται από αυτούς για τους οποίους το’στησες.

Απαξιούμε για τις συνέπειες με την ίδια ευκολία που εσύ απαξίωσες ιδέες και αγαθά όπως την υγεία, την αλληλεγγύη, τη δικαιοσύνη, τη φαντασία, τη δημιουργικότητα, την παιδεία.

Μάνα γενιά, κάνε πέρα και περίμενε να μαζέψουμε μαζί τα συντρίμμια.

Posted in | Leave a comment

Χριστούγεννα ξανά


Μηνύστε τους.
Κατεβάστε τους από τις δυσθεώρητες καρέκλες τους.
Άνθρωποι νούμερα που μάχονται για νούμερα απάνθρωπα.
Που ο ιδρώτας τους, νερό άοσμο, ποτίζει το χώμα που πατούν.

Ξορκίστε Συνηγόρους και διαβόλους,
καταγγείλτε τους στην Ηθική και την Αξιοπρέπεια.
Να μην ακουμπίσει ποτέ ξανά κουβέρτα το βρώμικο τσιμέντο
και τα χαρτόνια σε μικρά παιδιά να χαριστούν.

Σπάστε τις αλυσίδες σ’εκκλησιές και δημαρχεία.
Γεμίστε με χτύπο ζωής τα κρύα τους πατώματα.
Σώματα σκεβρωμένα να ξεδιπλωθούν κάτω από τα μανουάλια,
χείλη λευκά να κοκκινίσουν δίπλα σε πρωτόκολλα και γραφεία.

Γεμίστε την Αθήνα με χιλιάδες φάτνες,
χιλιάδες νέοι Χριστοί να γεννηθούν από τις στάχτες τους.
Φέρτε ξανά τα Χριστούγεννα μέσα στον κρύο Φλεβάρη
και γεμίστε τις καμπάνες με κρασί γιορτής.

Posted in | Leave a comment

Μου. Μάτια



Παραμένω αμήχανος μπροστά στις συνεχόμενες διαρρήξεις σου.
Έβαλες δύο σεσημασμένους κλέφτες να μου παίρνουν ό,τι έχω και δεν έχω κάθε φορά που σε συναντώ.
Τα χάνω, βλέπεις, όποτε φτάνω σε απόσταση ανάσας απ’το βασανιστικά αρμονικό ανοιγόκλειμα τους και μόνο λέξεις δε μένουν στη μνήμη. Εικόνες, ήχους, γεύσεις και πολλές μυρωδιές, πάρα πολλές, ναι, θα βρεις.
Σταμάτα. Θα σε καταγγείλω, δεν αστειεύομαι.

...

Βλέπεις πανικό, βλέπω ουρανό.

...

Στο πεζοδρόμιο κάτω απ’το παράθυρο σου πετάς τις νύχτες μας ξέροντας ότι θα περπατήσω μέσα από πλατείες για να τις κρύψω ξανά κάτω από το μωβ σουπλά της κουζίνας. Χρειάζομαι πολλές αναπνοές για τόσο περπάτημα.

...

Στο κρεμαστό σου που΄σπασα, στο ποτήρι πού’πεσε και σκόρπισε τα χείλια σου σε κάθε γωνιά του μπαλκονιού, στην κουβέρτα που κάθε λίγο μου ζητούσε να φιλήσει τον γυμνό σου ώμο το ξημέρωμα, στις παύσεις σου. Σε μυρίζω.

...

Μετρημένες σε χίλια και κάτι σεντόνια οι πνοές που μου’χεις αφήσει για ν’αντιλαμβάνομαι το αληθινό.
Λυπήσου με.
Μάτια.

Posted in | Leave a comment

Απώλεια δεδομένων



Κλείσε την. Κλείσε την τη ρημαδιασμένη. Την έκλεισε. Το φως από την κλειστή τηλεόραση συνέχιζε να γλείφει τα κάδρα του κατά τ΄άλλα σκοτεινού σαλονιού. Νόμιζε ότι θα ήταν εύκολο και ανώδυνο. Όχι μόνο γελάστηκε, αλλά την άκουσε να γελάει κιόλας. Περισσότερο μάλιστα όποτε τον άκουγε να την αποκαλεί «χαζοκούτι». Το χαζοκούτι ήταν αυτό που του δημιούργησε φρούδες ελπίδες και πλαστικές ανάγκες. Ήταν αυτό που τον συντρόφευε τα βράδια που τολμούσε ν’απαρνηθεί την κοινωνική του φύση φοβούμενος το κόστος της αλληλεπίδρασης. Μικρός είχε γράψει σε μία έκθεση στο σχολείο, ότι η τοποθέτηση μιας τηλεόρασης στο σπίτι μιας οικογένειας ισοδυναμεί με αθόρυβο άνοιγμα στην κόλαση. Το πόσο φίλος είχε γίνει με τον διάβολο μόνο αυτός και κάτι άλλα εκατομμύρια υπηκόων το έμαθαν τελικώς.
Ο πανικός τον έκανε να πατήσει το off. Ο πανικός της άδειας τσέπης, της πληγής στο πόδι που απαιτεί πλέον χρήμα για να κλείσει, της απάθειας απέναντι στα ρακένδυτα παγκάκια, της αλλαγής βλέμματος τη στιγμή που σωριάζεται το νηστικό ανήλικο στο ίδιο σχολείο που παλιότερα ο ίδιος έγραφε εκθέσεις για τη φτώχεια, τον ατομικισμό και την κοινωνική αποξένωση. Ο πανικός της μετανάστευσης ως λύσης που του ήρθε συστημένη, όταν εκείνος αμέριμνος έβλεπε ποδόσφαιρο στο κουτί. Κουτί, όχι χαζοκούτι, πλέον ήξερε. Πόσο μικρός ένιωσε, όταν αντιλήφθηκε ότι είναι απλά ένας αριθμός που αγχώνεται για την επίτευξη άλλων αριθμών, για μια ζωή μεταξύ προσήμων συν και πλην, ποτέ επί. Θυμήθηκε το βράδυ της κρίσης πανικού μετά το δελτίο ειδήσεων. Έπαιρνε βαθιές εισπνοές που σπρώχνανε όλο και πιο βαθιά μέσα του ποσοτικά ελλείμματα και συναισθηματικές υφέσεις. Ιδρώτας, δύσπνοια, απώλεια όρασης, ταχυκαρδία, όλα εκεί δίπλα στο πατημένο τηλεκοντρόλ. Πανικοβλήθηκε, όχι επειδή δε ρωτήθηκε ποτέ ο ίδιος, αλλά επειδή δε νοιάστηκε να ρωτήσει αυτός.
Το φως της τηλεόρασης, αν και κλειστής, παρέμενε στο δωμάτιο. Θα μείνει εκεί για μέρες, αλλά μην πανικοβάλεσαι. Ο άνθρωπος, το βιβλίο και ο δρόμος βοηθάνε στον εξορκισμό. Δεν κλείνουν εύκολα τα παράθυρα στην κόλαση, βλέπεις.

Posted in | Leave a comment

Εξημερωμα





Έχει τη δική της μαγεία η πόλη του ξημερώματος. Πεζοδρόμια άδεια, σκουπίδια της ρουτίνας και μια βιαστική σακούλα. Τα αυτοκίνητα ήσυχα σε δύο μακρές σειρές και ανάμεσα τους τα φώτα των στύλων σαν στάσεις μέρας τις ώρες του σκοταδιού. Ένα γαύγισμα σε αγριεύει, μια μουσική ταξιδιού από ένα φευγαλέο αυτοκίνητο σε μαλακώνει, ένα ροχαλητό σε κάνει να χαμογελάσεις. Το περπάτημα στη μέση του δρόμου και οι ψίθυροι σου προσταγές ενός βασιλιά στην έρημο των ήχων. Ο ιδρώτας σου στα χέρια μου, τα χείλια μου στο λοβό των αυτιών σου, η φωνή σου μέσα μου, τα δάχτυλά σου στο λαιμό μου. Έχει τη δική σου μαγεία η πόλη του ξημερώματος.

Posted in | Leave a comment

Φιγουρες στο σαλονι



Την προηγούμενη Τετάρτη συνειδητοποίησε ότι βαρέθηκε τον εαυτό του. Κάθισε σε μια καρέκλα στη μέση του σαλονιού δίπλα σε μια πεταμένη εφημερίδα και κοιτούσε τα δυο του χέρια. Θυμήθηκε άλλα χέρια που τα δικά του είχαν αγγίξει, χαρτιά που πρόσφατα είχε σκίσει και πετάξει στα σκουπίδια, ψηφία τηλεφώνου που τα δάχτυλα είχαν ενώσει, δόντια απέναντι που τα δάχτυλα είχαν δαγκώσει, ωμό κρέας που είχαν σηκώσει, ξένα στήθη που οι παλάμες πάνω τους είχαν συρθεί, πλήκτρα υπολογιστή που σε σειρά είχαν πιέσει για να σχηματίσουν λέξεις όπως «μου λείπεις», «γύρνα πίσω», «κλείνω εισιτήριο κι έρχομαι». Ο ήχος του μολυβιού τον τράβηξε από τα χέρια του.

Τρίτη. Χορεύει μόνος στο υπνοδωμάτιο του. Κοιτάζεται στον καθρέπτη και χαμογελά. Απλώνει στο κρεβάτι τα ρούχα που θα ντύσουν τη θλίψη του. Ή μήπως όχι τη θλίψη; Δεν ξέρει. Χορεύει. Η οθόνη του τηλεφώνου είχε σβήσει λίγα δευτερόλεπτα πριν. Κοιτούσε από μακριά τ’όνομα που χανόταν βαθιά μέσα στο γυαλί και άναψε αυτός τώρα. Έλαμπε, φωτεινός, χορευτής, χαρούμενος. Φοβήθηκε ότι αύριο θα κάτσει σε μια καρέκλα στη μέση του δωματίου, θα πετάξει την εφημερίδα στο πάτωμα, θα ξεκινήσει να κοιτάζει για ώρα τα χέρια του και θ’αναπολήσει ό,τι αυτά έχουν κάνει τα τελευταία 24ωρα. Και ότι τότε πάλι ο ήχος του μολυβιού του ψυχιάτρου θα τον αποσπάσει από τις σκέψεις του.

Την Πέμπτη το μεσημέρι επιστρέφοντας σπίτι με το αυτοκίνητο αποφάσισε ότι βαριέται τους ανθρώπους περισσότερο απ’ό,τι βαριέται τον εαυτό του. Λογικό σκέφτηκε· εφ’όσον βαριέται τον εαυτό του που σήμερα Πέμπτη θεωρεί ένα τίποτα, πώς να μη βαριέται το σύνολο απ’το οποίο ο ίδιος προήλθε; Καθησυχάστηκε με το συλλογισμό του και άλλαξε ταχύτητα. Φλέρταρε με την τρέλλα του έχοντας ως καβάτζα τη λογική των άλλων. Τον γοήτευε η λεπτή κλωστή ανάμεσα τους, που τα δέκα του δάχτυλα συχνά γαργαλούσαν παιχνιδίζοντας. Τί σημασία όμως έχουν όλα αυτά, είπε. Σήμερα είναι Παρασκευή. Ή μήπως Τετάρτη;

Posted in | Leave a comment

Στα μισα του Παθους




 
Στα μισά του πάθους πάνω σε ήρεμα, νωπά σεντόνια,
με δάχτυλα κεντημένα απ’τη μεθυστική κόμη,
στον ήχο της κοιμώμενης ουσίας,
στην όψη της σάρκας που προβάλλει απ’το λευκό,
αφήνει το Πάθος απ’το χέρι και τη συναντά.

Στο άγγιγμα του στήθους που πάλλεται,
στα βλέμματα που το νου πλουτίζουν,
με χείλη από χείλη βρεγμένα,
στη σκιά του αειφόρου Μάη,
σκύβει και πιάνει την Αγάπη απ’τη μέση.

Posted in | Leave a comment

Αρισμαρί και μία μέρα





 Ήλιους κρατά στα χέρια του, φεγγάρια κρεμά στα μάγουλα,
στο τέρμα του τοίχου ακουμπά και μέσα από γκρίζα σχισμή τ’άστρα του στριμώχνει.
Απρόσμενα ιδρωμένος πάνω στο χαλί του χρόνου τις μέρες του σκορπά,
χαμόγελα μοιράζει και το χέρι της βαστά.

Στου βράχου την άκρη ρίχνει τη ζαριά και ο θαλασσινός αφρός εξάρες του γυρνά.
Ο σκονισμένος του ώμος χαϊδεύει την ουρά του κομίτη, ενώ στο στόμα γεύση από θαλασσινό, κυκλαδίτικο αλάτι του’ρχεται.
Γέρνει στο ξένο το κεφάλι και όλα τα σημαντικά σαν κόκκος στην πύλη του ρουθουνιού κάθονται.

Όπου κι αν ταξίδεψε, το όλο και το τίποτα στο βλέφαρο του καθόντουσαν και όσες μυρωδιές κι αν κέρδισε, πάντα αρισμαρί τις ζούσε.

Posted in | 2 Comments

Πιο δυνατά



||Δυνατά||. Ντουπ, ντουπ, ντουπ, ντουπ, ντουπ, ντουπ! Στροφή. Παρά λίγο πτώση. Όχι, άσ’τον. Δες πόσο το απολαμβάνει. Ντουπ, ντουπ, ντουπ, ντουπ! Ακόμα πιο δυνατά η μουσική. Δεν καταλαβαίνει τίποτα, λέμε. Και καλά κάνει. Αν έχει χίλια άτομα μέσα στο club ή κανένα δεν έχει καμία σημασία γι’αυτόν. Πότε είχε άλλωστε όμως ε; Πάμε, μη σταματάς. Ντουπ, ντουπ, ντουπ! Ξανά στροφή. Τα χέρια του διαγράφουν άτακτη πορεία και προβάλλουν μέσα από τον καπνό σα φλεγόμενοι δράκοι. Ύστερα από ώρα ανοίγει τα μάτια του και χαμογελά. Ούτε χίλια ούτε κανένα. Ξέρει ότι είναι δίπλα του αυτοί που πρέπει. Δεν είνα θέμα αριθμών, είναι θέμα αγγίγματος, συγγνώμης, σ’αγαπώ, άντε και γαμήσου, μου λείπεις, με πονάς. Και τον βοηθά η μουσική να το καταλάβει. Και ο χορός. Ατελείωτος χορός. Νταπ, νταπ, νταπ, νταπ, νταπ! Σηκώνει το κεφάλι προς τα φώτα και τα μάτια του γεμίζουν χρώματα και ήχους. Πρέπει να του μιλήσω ρε συ, θα πέσει και θα χτυπήσει. Όχι ρε μαλάκα μπορεί να πέσει για φιγούρα πάλι. Χαχαχα! Ντουπ, ντουπ, ντουπ, ντουπ! Πάω κι εγώ τότε, έλα!

αφιερωμένο


Posted in | 6 Comments

ShareThis

Search

Swedish Greys - a WordPress theme from Nordic Themepark. Converted by LiteThemes.com.