Λίγο πριν μπει στο νοσοκομείο για να πεθάνει οργανωμένα, η γιαγιά πραγματοποίησε την τελευταία της δραστηριότητα. Έχοντας πλέον μετεγκατασταθεί μόνιμα στο πατρικό
μου, χάριζε τ’απογεύματα της στη λευκή μπαλκονόπορτα, στη σκιά της τέντας. Όταν
ο ήλιος την άγγιζε, έκλεινε την κουρτίνα για να μη δει το πρόσωπό της πάνω στο
τζάμι. Και θυμηθεί το χωριό. Το ίδιο πρόσωπο που έβλεπε πάνω στην «κολύμπα»,
όπως αποκαλούσε τη λακούβα γεμάτη με νερό κι εγώ δεν ήξερα τί να διαλέξω· την
προστακτική της λέξης που ερχόταν σε αντίθεση με το ημιορεινό περιβάλλον, αλλά
γεννούσε μια υπόσχεση, ή το περιγραφικό ουσιαστικό που σε τρεις σύλλαβες
έκλεινε νερό και κενό μαζί. Το ίδιο κενό που δύσκολα σου ξέφευγε απ’το βλέμμα
της μετά την τελευταία της μετακόμιση στην πόλη.
«Δεν έχω τί να κάνω, θα βάλω καινούρια ταμπελάκια σε όλες τις πετσέτες του
μπάνιου για να τις κρεμάτε ευκολότερα».
Ένα ταμπελάκι, «γιαγιά, μην κρύβεσαι απ’το φως», δύο ταμπελάκια, «δε θα
ξαναδώ ποτέ το μποστάνι μου», τρία ταμπελάκια, μελαγχολία ακόμα και στο
περπάτημα της, τέσσερα ταμπελάκια, δύσκολες αναπνοές, κλάμα και τέλος απόψε,
έξι χρόνια μετά το τυπικό τέλος, που και το τελευταίο ταμπελάκι κόπηκε ρίχοντας την πετσέτα στο
πάτωμα και θρυμματίζοντας τη σε δεκάδες
μικρά μποστάνια.



2 Responses to τα ταμπελάκια
έλα ρε συ :-(
:( Σε καταλαβαίνω. Έχασα τη γιαγιά μου στις 9/1 φέτος.Μου άρεσε πολύ το κείμενο σου - αναγνώρισα κ τη δική μου γιαγιά σε μερικές του εικόνες.
Δημοσίευση σχολίου