Archive for 1/3/13 - 1/4/13

αναβοσβήνω πορτοκαλί




Η θεία Βαγγελιώ άνοιγε τ'αποσμητικά χώρου και περίμενε να βγουν λουλούδια από μέσα, όπως στη διαφήμιση. Την κοίταζα περίεργα, ήμουν-δεν ήμουν δέκα, μέχρι που ένα απόγευμα ένιωσα λεβάντα να μου γαργαλά το γόνατο.
*
Οι κυρίες στο βιβλιοπωλείο με κοίταζαν περίεργα όσο ξεφύλλιζα βιβλία. Το σίγμα ήταν σε ράφι πάνω απ’τη σκάλα και αναγκάστηκα ν’ακροβατήσω σε δυο σκαλοπάτια για να διαβάσω τα κάθετα ονόματα των ποιητών στο χαρτί. «Σαχτούρη δεν έχετε εδώ;». «Όχι, να σας παραγγείλω;». «Ναι, έναν που να μην πονά, παρακαλώ». 
*
Μετά τις χορευτικές μου φιγούρες βγήκα στο θορυβώδη δρόμο και θυμήθηκα το φεγγάρι που πέθανες χθες το βράδυ όταν μου’πες καληνύχτα αντί για πάλι και τον τρελό που με γοργό βήμα πέρασε προκλητικά από μπροστά μου σαν να τα’ξερε όλα. Απέναντι, το χαλασμένο φανάρι αναβόσβηνε πορτοκαλί, κολλημένο μεταξύ φύγε και μείνε. Λες και διάλεγε κι αυτό βιβλία πριν στηθεί στο σταυροδρόμι, λες και το κοιτούσαν κι αυτό περίεργα οι κυρίες, λες και το φανάρι ήμουν εγώ.
*
Παρατηρώ, ότι τις στιγμές που νιώθω αδύναμος είμαι σίγουρος ότι θα επιλέξω τη μετανάστευση και τα λεπτά που οι ανάσες μου ακούγονται, επιλέγω να μείνω στη χώρα. Αναβοσβήνω πορτοκαλί δηλαδή και δυστυχώς δε ζει η θεία Βαγγελιώ να με πείσει ότι ανάβω πράσινο ή κόκκινο.

Posted in | 3 Comments

μας δάγκωσε


Βγήκα απ’το σπίτι για να φέρω ξύλα – βράδυ Κυριακής – και στον αέρα φυσούσε ένα τέλος. Μου’κοψε την ανάσα και με γονάτισε δίπλα στην ακακία ν’ακούω τα γέλια των φίλων μου απ’το σαλόνι. Οι σκιές τους πηδούσαν μέσα απ’τα δυο παράθυρα και πέφτανε οριζόντια στο φρέσκο χώμα του κήπου σαν τάφοι. «Βάλτε γάντια όταν πηγαίνετε για ξύλα μη σας δαγκώσει τίποτα», θυμήθηκα τα λόγια του πατέρα μου. Μας δάγκωσε, πατέρα, και πήγε λίγο πιο πέρα για να φτύσει το αίμα μας.
*
Έσπρωξα το χωριό που επισκεφτήκαμε απ’τη μέση του πουθενά όπου ήταν και μπήκα εγώ στη θέση του. Εδώ στο πουθενά ο αέρας στ’αυτιά μου δε φυσούσε, μα γαύγιζε σαν σκύλος απ’την κόλαση. Και η αντίστροφη μέτρηση των κοντινών διημέρων με τους φίλους μου ξεκίνησε, μα δε βλέπω να ψηλαφήσω τα δόντια που μας δαγκώνουν πέρα απ’το χρόνο τον ίδιο, που τον ακούω να κλαίει κάθε φορά που ξεκλειδώνω το σπίτι και τους βλέπω έναν έναν μέσα να περνούν.
*
Ένα ερειπωμένο σπίτι ανάμεσα σε μερικές ελιές δεν μπορούσε ν’αναπνεύσει απ’τα μπάζα που’χαν πλημμυρίσει την αυλή του. Μήπως έρχονται εδώ τα δόντια κι ακονίζονται; Κάποια συγγένεια πάντως με το χρόνο σίγουρα θα’χε ο απών ιδιοκτήτης του. Το γραμματοκιβώτιο στην πόρτα είχε ένα κρητικό επίθετο και κάποιες γαλλικές, μου είπαν, λέξεις που σε αντίθεση με το υπόλοιπο παρηκμασμένο σκηνικό, έλαμπαν. Κατάλευκοι λατινικοί χαρακτήρες, σαν γρίφος ή σαν προειδοποίηση για όποιον τολμήσει να ξεχάσει το χθες για το τώρα και τότε ήταν που πείστηκα, ότι το επίθετο ήταν δικό μου και τα γαλλικά όλα αυτά που αρνούμαι να κατανοήσω και
να συμβιβαστώ μαζί τους.

Posted in | Leave a comment

μαλακίες λέγαμε




τελευταία μου λέω πολλά ψέματα
προσπαθώντας να γεννήσω απ’το στόμα
μια αλήθεια που θα θάβει τις ασχήμιες
των δελτίων και των επίσημων αναφορών

*

χθες, στο φανάρι της βιομηχανικής, φίλος στην ηλικία μου
    - εκεί τον γνώρισα χθες -
μου’δωσε μαζί με το φυλλάδιο καταστήματος με ηλεκτρικά είδη
την πιο αληθινή «καλησπέρα» εδώ και πολύ καιρό

και πόσο ντράπηκα που πάτησα το γκάζι μετά

*

έχω να σου μιλήσω εικοσι-δύο μέρες
και πριν από λίγες ώρες δήλωσα ότι είμαι καλύτερα από ποτέ/
ένα ψέμα ακόμα
για να κρύψω τη δική μου ασχήμια

αναρωτιόμασταν για την πολυτέλεια του πανικόβλητου έρωτα
στο τέλος ζοφερών ημερών, χυμένων ανάμεσα σε γιατί και μήπως,
μέσα απ’τις χαραμάδες σεντονιών
και κάτω από τους ήχους σειρηνών

είκοσι μέρες και δύο πλέον μακριά,
μην αμφιβάλλεις πια,
πολυτέλεια ο έρωτας στα σκοτάδια;
μαλακίες λέγαμε

Posted in | 1 Comment

ShareThis

Search

Swedish Greys - a WordPress theme from Nordic Themepark. Converted by LiteThemes.com.