Η θεία Βαγγελιώ
άνοιγε τ'αποσμητικά χώρου και περίμενε να βγουν λουλούδια από μέσα, όπως στη
διαφήμιση. Την κοίταζα περίεργα, ήμουν-δεν ήμουν δέκα, μέχρι που ένα απόγευμα
ένιωσα λεβάντα να μου γαργαλά το γόνατο.
*
Οι κυρίες στο
βιβλιοπωλείο με κοίταζαν περίεργα όσο ξεφύλλιζα βιβλία. Το σίγμα ήταν σε ράφι
πάνω απ’τη σκάλα και αναγκάστηκα ν’ακροβατήσω σε δυο σκαλοπάτια για να διαβάσω
τα κάθετα ονόματα των ποιητών στο χαρτί. «Σαχτούρη δεν έχετε εδώ;». «Όχι, να σας
παραγγείλω;». «Ναι, έναν που να μην πονά, παρακαλώ».
*
Μετά τις χορευτικές μου
φιγούρες βγήκα στο θορυβώδη δρόμο και θυμήθηκα το φεγγάρι που πέθανες χθες το
βράδυ όταν μου’πες καληνύχτα αντί για πάλι και τον τρελό που με γοργό βήμα
πέρασε προκλητικά από μπροστά μου σαν να τα’ξερε όλα. Απέναντι, το χαλασμένο φανάρι
αναβόσβηνε πορτοκαλί, κολλημένο μεταξύ φύγε και μείνε. Λες και διάλεγε κι αυτό
βιβλία πριν στηθεί στο σταυροδρόμι, λες και το κοιτούσαν κι αυτό περίεργα οι
κυρίες, λες και το φανάρι ήμουν εγώ.
*
Παρατηρώ, ότι τις
στιγμές που νιώθω αδύναμος είμαι σίγουρος ότι θα επιλέξω τη μετανάστευση και τα λεπτά που
οι ανάσες μου ακούγονται, επιλέγω να μείνω στη χώρα. Αναβοσβήνω πορτοκαλί
δηλαδή και δυστυχώς δε ζει η θεία Βαγγελιώ να με πείσει ότι ανάβω πράσινο ή κόκκινο.




