Από μακριά την είδε να τρέχει παράλληλα στην όχθη του ποταμού Άρνο και αντίθετα στην κίνηση του νερού. Το μακρύ της πολύχρωμο φόρεμα χόρευε άρρυθμα μέσα στη λάσπη. Το μίγμα της βροχής και των δακρύων πότιζαν το πρόσωπο της που έδειχνε να διψά από τον υπερβολικό πόνο σε όλη του την έκταση – από τις κυρτές ρυτίδες του μετώπου μέχρι το επικίνδυνο κόκκινο των χειλιών. Η εσωτερική επένδυση την κούραζε και κάθε λίγο έπρεπε να σταματά δινοντας τη σκυτάλη σε ηχηρούς λυγμούς. Την πρόδοσε ο ποιητής της, ο ζωγράφος της, ο αοιδός της. Ο άνθρωπος που ζωγράφιζε με τα μάτια του μόνο, όποτε την έβλεπε, τους ωραιότερους πίνακες σε ολόκληρη την Ιταλία. Εκείνος που για χάρη της πιο συχνά μιλούσε με στίχους ερωτικούς, παρά με λόγια θνητών. Την πρόδοσε ο άντρας για τον οποίο δεν έπαψε ποτέ να σιγοτραγουδά τα βράδια, λίγο πριν ξαπλώσει στην κρεβατοκάμαρα της, στην κατοικία των Μεδίκων.
Ο πίνακας παραδόθηκε στον πατέρα της ένα συννεφιασμένο πρωινό Πέμπτης. Η Μπιάνκα βούρκωσε όταν τον είδε. Πέταξε το φλυτζάνι που κρατούσε στα πόδια του πατέρα της, Δούκα της Τοσκάνης, κι έτρεξε προς τον κήπο. Η γυναίκα του καμβά ήταν εκθαμβωτική, δεν καταγόταν από τούτο τον κόσμο. Μάγεψε τον Ζέφυρο με την Αύρα της και σύγχυσε τις Ώρες της μέρας. Ήταν αδύνατο για την αφελή Μπιάνκα να πιστέψει ότι η γυναίκα αυτή ήταν η προβολή της ίδιας της Μπιάνκας στον κόσμο των θείων που γέννησε ο νους του ζωγράφου. Ήταν σίγουρη πως ο δικός της Σάντρο είχε ερωτευτεί άλλην.
Ο Σάντρο πλησίαζε στην οικία των Μεδίκων, όταν είδε την Μπιάνκα να τρέχει στη λάσπη. Ζήτησε από τον οδηγό της άμαξας να σταματήσει και γονάτισε στην απένατι όχθη παρατηρώντας την μέσα στη βροχή. Αναδυόταν μέσα από το χώμα και οι σταγόνες της βροχής την εξύψωναν στα σκούρα σύννεφα. Όπως ήθελε άλλωστε η εικόνα του λασπωμένου καφέ τελειώματος του φορέματος της με το γαλάζιο, ουρανίσιο υπόλοιπο που τύλιγε το νεανικό της σώμα. Ο ζωγράφος ένιωθε πλέον σίγουρος πως το έργο του αυτό έκανε την Μπιάνκα πιο δική του κι από το πινέλο με την αφιέρωση σ’αυτήν που βαστούσε στο δεξί του χέρι…
•~•~•
Of august gold-wreathed and beautiful
Aphrodite I shall sing to whose domain
belong the battlements of all sea-loved
Cyprus where, blown by the moist breath
of Zephyros, she was carried over the
waves of the resounding sea on soft foam.
The gold-filleted Horae happily welcomed
her and clothed her with heavenly raiment.
Στίχοι του Ομήρου μεταφρασμένοι από τον σπουδαίο Έλληνα δάσκαλο της Αναγέννησης Δημήτριο Χαλκοκονδύλη (1424-1511). Ο Χαλκοκονδύλης ήταν ο πρώτος που τύπωσε έργα του Ομήρου και του Ισοκράτη και ο τελευταίος Έλληνας ανθρωπιστής που δίδαξε ελληνική λογοτεχνία στα σπουδαία πανεπιστήμια της Ιταλικής Αναγέννησης (Φλωρεντία, Μιλάνο). Δίδαξε την ελληνική γλώσσα σε πολλούς σημαντικούς Ιταλούς της εποχής, όπως στον Poliziano και τον Πάπα Leo X, αλλά και στον Γερμανό ανθρωπιστή J. Reuchlin.
Σχετικά με τον πίνακα της Γέννησης της Αφροδίτης, ο Σάντρο Μποτιτσέλι φιλοτέχνησε το έργο χρησιμοποιώντας ως πηγή τον Όμηρο και απεικόνισε τη στιγμή κατά την οποία η Αφροδίτη φθάνει στο νησί των Κυθήρων, μετά τη γέννησή της. Η μετάφραση του Ομήρου από τον Χαλκοκονδύλη αποτελεί μία από τις πιθανότερες εμπνεύσεις του Μποτιτσέλι. Στο αριστερό άκρο του πίνακα, απέδωσε το Ζέφυρο μαζί με την Αύρα, οι οποίοι προσπαθούν να φυσήξουν έτσι ώστε η Αφροδίτη να φτάσει στη στεριά όπου θα την υποδεχτεί μία από τις Ώρες. Το έργο πιθανότατα παραγγέλθηκε από την ισχυρή οικογένεια των Μεδίκων. Η Μπιάνκα ήταν μέλος αυτής της οικογένειας ευγενών της Φλωρεντίας και σύγχρονη του Μποτιτσέλι. Πιθανώς να έχουν συναντηθεί, πιθανώς και όχι… Η ερωτική ιστορία που μόλις διαβάσατε δε στηρίζεται σε ιστορικά στοιχεία. «Αναδύθηκε» απλά στο μυαλό του υποφαινόμενου παρατηρώντας τον πίνακα του ζωγράφου.







