Archive for 1/6/11 - 1/7/11

Pause




 
Εξαιρετικός στο μέτρημα. Ήξερε ακριβώς πόσα βράδια αυγουστιάτικου φεγγαριού στεκόντουσαν πίσω του στάζοντας. Πόσα ζεστά πρωινά του Μάη έπρεπε να πετάξει τα βαριά παπλώματα από τα πόδια του. Θυμόταν κάθε αλλαγή, κάθε μεταβολή που συζεύγνυε τη θνητή του υπόσταση με αυτή του αιώνιου κοσμικού.

Μέχρι τη μέρα που γνωρίστηκαν. Τη στιγμή δηλαδή εκείνη που βλαστήμησε την ανθρώπινη του φύση και τα εύθραυστά του μάτια. Όταν θα έδινε ό,τι είχε και δεν είχε για να κάνει τα μάτια του μηχανή. Μηχανή ψυχρή που θα εγκλώβιζε για πάντα το θέαμα που αντίκρυζε βαθιά μέσα στις χαρακιές του μυαλού του. Χα! Άκου για πάντα! Πόσο θρασύς! Με την πρόφαση του έρωτα να καπηλεύσει την παλιότερη ιδέα, αυτή του χρόνου. Κι όμως ο μπαγάσας τα κατάφερε. Παύση. Πάγωμα. Αποβίβαση. Έστω και για λίγο ο συρμός του χρόνου σφύριζε χωρίς αυτούς πάνω του.

Ήταν από τις μέρες εκείνες της ζωής του που τα χείλη γελούσαν, αλλά το μυαλό ξεγελιόταν. Έπαψε από τότε να μετράει κι αυτές ήταν οι μόνες μέρες που θυμόταν αριθμητικά μετά τη συνάντησή τους. Πόση σημασία να’χει όμως αυτή η απώλεια μνήμης; Καμία, λέει ο ίδιος προσπαθώντας να μετρήσει Ιούληδες με τα δυο του χέρια. Έπαιξε με τα θεριά και κέρδισε. Έπαψε να μετρά παύοντας το χρόνο που τον κοιτούσε κατάματα. Ναι, για μία αιώνια στιγμή μόνο. Πόσες απ’αυτές χρειάζεσαι άραγε;

Posted in | Leave a comment

Ορισμοι






-       Τί εννοείς, «τελείωσες»;
-       ...
-       Μα δεν ξεκινήσαμε καν...
-       Έκανα ένα λάθος. Συγγνώμη.
-       Δηλαδή;
-       Τελείωσα με μία σκέψη, πριν προλάβω καν να σε αγγίξω.
-       Τί σκέφτηκες;
-       Ότι σε αγκαλιάζω. Αυτό μόνο.

Posted in | Leave a comment

Kρητη

Όπου κι αν τα μάθια μου πλανέψω, όποια γη τα πόδια μου κι αν πατήξουν, όσες ξένες χέρες και ν’αγγίζω, ό,τι μουσικές ξενικές κι έμμορφες τ’αυτιά μου να γροικούν, σε τούτα δω τα χώματα αδερφέ να με σκορπίσεις.


Πρώτα το κλάμα τσ’αγάπης κ’έπειτ’αυτό τση λύρας τα στερνά μου ακούσματα θέλω γω να’ναι. Σκιά των Αστερουσίων το βαγιοκλαδισμένο μου καθελέτο να δροσίζει κι αλάτσι του Λιβυκού τον κρόκο να τον καίει. 


Μηδέ πλούτη και δόξες, μηδέ μεγάλες τύχες μη μου πέψει η μοίρα, αν είναι ετούτη δω τη γη για πάντα ν’αφήκω κι η ψυχή μου απ’αλλού ν’ανεπεταρίξει. Κι αν είναι τούτο δω το θέλημα ποτέ του να μη γίνει, καλλιά ντελόγο να μου πάρεις τον αέρα που φυσώ.



γροικώ=ακούω
βαγιοκλαδισμένο=περιποιημένο
καθελέτο=νεκροκρέβατο
πέμπω=στέλνω
ανεπεταρίζω=ανοίγω τα φτερά μου και πετώ
ντελόγο=αμέσως
Crocus sieberi sieberi: ενδημικός κρόκος της Κρήτης που συναντάται κυρίως την άνοιξη κοντά σε περιοχές που λιώνει το χιόνι

Posted in | Leave a comment

ShareThis

Search

Swedish Greys - a WordPress theme from Nordic Themepark. Converted by LiteThemes.com.