Αιμα, αμμος, αμα



Κόκκινο πότισε τη γωνιά του στην απομονωμένη παραλία. Αυτό ξεκίνησε να ρέει ανάμεσα στους υποτυπώδεις αμμολόφους που άφησε κάτω της η πατούσα του. Του’κανε εντύπωση. Έμεινε να το κοιτά. Πόσο αλλόκοτη ήταν η βρεγμένη με αίμα, κόκκινη πλέον άμμος. Ξένη ουσία απ’το σώμα του καλοκαιριού. Όπως και ο μεγάλος αχινός μέσα του, ξένος κι αυτός στην ανθρώπινη σάρκα. Δίπλα στο γράμμα της, πάνω στο βράχο, που πολλές λύπες είχε γευτεί στα νερά του, λιαζόταν η καρδιά του. Ναι, η μεγάλη του καρδιά. Λίγα λεπτά πριν την αφαίρεσε με ζηλευτή μαεστρία αντικαθιστώντας την με το μεγαλύτερο αχινό που το μάτι του σημάδευσε. Μαύρος, ακιδωτός, φοβισμένος αλλά ζωντανός αυτός. Σα σκούρες ακτίνες φωτός, τ’αγκάθια του σαλεύαν ατάκτως. «Νυχτερινό ήλιο» θα τον βάπτιζε αν είχε το σημειωματάριο του εκεί κοντά, ή «σκοτεινή πλευρά του ήλιου». Όλοι έχουν μία τέτοια άλλωστε. Όπως κι εκείνη, η αποστολέας του σιχαμένου, αισχρού γράμματος. Λόγια τόσο θλιβερά, στα όρια της εν ψυχρώ δολοφονίας. Λέξεις-σφαίρες, αυτοκτονικές, δολοφονικές, τυφλές. Χα! Στην έσκασα, φώναξε όμως στο χαρτί. Έκλεισε τελείως τη ραφή στο στήθος του, έκοψε την κλωστή, σηκώθηκε κι έβαλε τη μάσκα του για το κολύμπι. Με τον αχινό πλέον στη θέση της καρδιάς τίποτα θλιβερό, τίποτα δολοφονικό δε θα τον απειλήσει ξανά.

Posted in . Bookmark the permalink. RSS feed for this post.

ShareThis

Search

Swedish Greys - a WordPress theme from Nordic Themepark. Converted by LiteThemes.com.