Σηκώθηκε από την καρέκλα και άφησε το ποτήρι με το καλαμάκι στο πρόχειρο κομοδίνο. Με τον αντίχειρά της σκούπισε το πηγούνι του από το νερό που είχε χυθεί. Η υπερήλικας νοσηλεύτρια Μαίρη γνώρισε το νεαρό ασθενή της μόλις πριν από λίγα λεπτά. Ήταν ο ένας από τους τριάντα που της είχαν ανατεθεί για το απόγευμα. Όλοι οι ασθενείς είχαν υγρά μάτια που αργά ανοιγόκλειναν. Ο νεαρός ΑΦ764 είχε όμως μεγάλα μάτια που το κάλυμμα δακρύου τα έκανε ακόμα πιο εκφραστικά. Τη γόητευσε αυτό. Της θύμισαν το γιο της.
Το χωράφι απλωνόταν σε μία έκταση τριάντα περίπου στρεμμάτων. Λόγω της αμφιθεατρικής του θέσης μπορούσες από μακριά να διακρίνεις τις νοσοκόμες, που λόγω της μεγάλης τους ηλικίας βημάτιζαν νωχελικά από κρεβάτι σε κρεβάτι. Το υπαίθριο νοσοκομείο φιλοξενούσε περίπου δύο χιλιάδες ασθενείς. Όλοι νεαροί, άντρες και γυναίκες, μορφωμένοι ως επί το πλείστον, άνεργοι εδώ και καιρό ή άνεργοι χωρίς να το γνωρίζουν ακόμα. Εκτός από το κοινό βιογραφικό, οι ασθενείς συνδέονταν με διαφανή καλώδια που διέτρεχαν το χωράφι από άκρη σε άκρη. Στην κορυφή βρισκόταν η δεξαμενή με το πράσινο διάλυμα που χυνόταν στις φλέβες των νεαρών μέσω των καλωδίων.
Πόσο οξύμωρο να φροντίζουν γριές γυναίκες υγιέστατους νέους. Όλοι τους ακίνητοι πάνω στα λευκά κρεβάτια, χέρια-πόδια σ’έκταση, και μάτια βουρκωμένα, βυθισμένα στο κενό. «Πόσο ιδιαίτερος ο σύγχρονος τρόπος ανατροφής των νέων γενιών», σκέφτηκε η Μαίρη. «Θα υπάρχει σίγουρα καλός λόγος για αυτή την εικόνα όμως», έπεισε τον εαυτό της. Οι σκέψεις της δε διατάραξαν τη νεκρική σιγή ούτε κατάφεραν να διαπεράσουν τα κρανία των εγκεφαλικά νεκρών ασθενών. Άκουγες μόνο παντόφλες να σέρνονται αργά στο χώμα και πράσινο φάρμακο σε μεγάλες δόσεις να ωθείται από τη δεξαμενή στα καλώδια.
Η Μαίρη κοιτούσε ανυπόμονα στην ανηφόρα του νοσοκομείου περιμένοντας να λάβει τον καθημερινό, καθησυχαστικό χαιρετισμό της συναδέλφου. Όχι μόνο δεν είδε το χέρι της συναδέλφου στον αέρα, αλλά παρατήρησε έντονη κινητικότητα στη μεριά της. Επικράτησε πανικός. Πολλές νοσοκόμες πλησίασαν τη συνάδελφο της τρομοκρατημένης πλέον Μαίρης. Ο ασθενής ΒΧ312, για τον οποίο η Μαίρη περίμενε το θετικό σινιάλο ότι όλα πάνε καλά, δεν ήταν άλλος από τον γιο της. Ο ΒΧ312 δεν είχε απλά καταφέρει ύστερα από μήνες αδράνειας να κινήσει το δείκτη του δεξιού του χέριου, αλλά είχε γράψει κιόλας μία λέξη στο σεντόνι του: με μεγάλα, πράσινα γράμματα το σεντόνι, που τώρα κυμάτιζε στον αέρα, φώναζε ΒΟΗΘΕΙΑ.




Δημοσίευση σχολίου