Μόνο για λίγα λεπτά μπορούσαν. Το ραντεβού κανονίστηκε λίγες ώρες πριν.
Πτήση προς Παρίσι, πτήση προς Αθήνα. Το αεροδρόμιο σκοτεινό και λιγομίλητο.
Μόνο κάτι φώτα από ηλεκτρονικές πινακίδες φώτιζαν ανά τακτές αποστάσεις τους
διαδρόμους. Αποστάσεις άτακτες... Που οι ίδιοι άλλοτε ήθελαν να φωτίσουν,
άλλοτε να σβήσουν, άλλοτε να τις αφήσουν μέχρι να τους καταβροχθίσουν τελικώς.
Το πήδημα έλαβε χώρα πάνω στον κλειστό ιμάντα των αποσκευών. Κλειστός μόνο και
μόνο για να μη γράφονται πάλι μέτρα και αποστάσεις μεταξύ τους. Αμιγώς
ψυχολογικό και συμβολικό. Για τα μάτια των λίγων ούτε λόγος. Αυτό που ζούσαν
για τόσο καιρό δεν ντρέπονταν να το κοιτάξουν στα μάτια οι ίδιοι, θα τους
ένοιαζαν οι ξένοι; Κάποια φιλιά με τρέμουλο στα χείλη, κάποια χάδια με τύψεις
στο λαιμό και λίγες γρατζουνιές για να’χει ν’ασχολείται αργότερα ο καθένας
μόνος του.
Είχαν και οι δύο σκεφτεί το ενδεχόμενο της δολοφονίας σε κάποια τουαλέτα
αεροδρομίου. Ή και της αυτοκτονίας. Μέχρι που έπεφτε ο ένας στα χέρια του
άλλου. Ποιος ο λόγος να χυθεί αίμα, όταν τα υγρά που μοιράζονταν ήταν ούτως ή
άλλως δηλητήριο βραδείας δράσης; Γιατί να χρειάζεται να σκοτώσει ο ένας τον
άλλο, όταν ο ρομαντισμός των λίγων ωρών γινόταν κυνικότητα τις πολλές; Και τί
πιο φονικό απ’τον τελευταίο, βουρκωμένο χαιρετισμό με τις βαλίτσες στα πόδια
δίπλα σε δύο ουρές που κοιτάνε αλλού στο χάρτη με τα χέρια να σφίγγουν λίγο
πριν τον πνιγμό, το σκισμένο πουκάμισο να σημαδεύει μόνο μια στιγμή και τις
ανάσες να πυρπολούν τα πάντα μέσα σου;



Δημοσίευση σχολίου