Να βλέπεις το κύμα να φοβάται τα δάχτυλα των ποδιών σου να γλείψει
Να πλησιάζει στο
εκατοστό μ’αμέσως πίσω απ'το δέος να τραβιέται
Σαν το σεντόνι
της Πέμπτης του Σεπτέμβρη που απότομα στα χέρια μου μάζεψα,
τις άκρες του
κορμιού σου στο φως να προδώσω και τα μάτια του νου μου να χορτάσω
Όπως τους βατήρες
των δαχτύλων μου που στο στήθος σου τρεμόπαιξα
Κι όπως οι μηροί
μας στο λευκό φόντο που σαν γραμμές μακρινών τρένων λίγο έξω απ΄το το σταθμό
συναντώνται
Έτσι νά’ρθεις
πάλι και τα στόματα των παιδιών στη γειτονιά με τ’όνομα σου να γεμίσεις
Στη γωνιά μας θα
σε περιμένω,
την άμμο και τους
παφλασμούς του Σεπτέμβρη που’χασες
στα
χείλια να σου δώσω



Δημοσίευση σχολίου