Χτύπησε τελευταία φορά το κεφάλι της στον τοίχο, κάτω απ’το καδράκι με το Φίντο
ντίντο. Δώρο απ’το νονό της όταν ήταν οχτώ, δεν είναι η ώρα. Το χτύπημα το έκανε
εναλλάξ με κοίταγμα στον καθρέπτη. Μία στον τοίχο, μία στον καθρέφτη, για να
δει αν ακόμα αναπνέει. Γελούσε, γιατί κάθε φορά προβάλανε και τα δυο τους
πρόσωπα στον καθρέπτη, το ένα ματωμένο, το άλλο ζωχαδιασμένο. Αφού σιγουρεύτηκε
ότι δεν, ξεκίνησε να τη σέρνει στο διάδρομο. Πέμπτη απόγευμα νωρίς, περίπου
τέσσερις. Τα χέρια του πότισαν οι φρέσκιες ανταύγειες των μαλλιών της. Πένθιμο
μωβ στο χρώμα· δύο ακριβώς αυτές. «Συγγνώμη, δέχτηκες στοματικό έρωτα
στο πρώτο ραντεβού; Και δέχτηκα κι έκανα χαχαχα!», γέλασε η μεσημεριανή
τηλεόραση στο βάθος.
Στο απέναντι διαμέρισμα τα πρώτα γραφεία ενός κόμματος στην πόλη. «Όχι και
κόμμα, συμμορία. Σαν ν’άνοιγε επίσημο υποκατάστημα η Κόζα Νόστρα. Σκοτώσαμε και
σας περιμένουμε». Μουρμούρισε αυτός, όταν οι ανταύγειες του ανακοίνωσαν τα επερχόμενα
εγκαίνια. Όχι πως και τον πολυένοιαζαν τα πολιτικά, μισθός-μουνί-μπάλα ήταν η τρίχρωμη σημαία του. Η δική τους σημαία πάντως ανέμιζε απέναντι από τους δύο βασιλικούς
τους στο μπαλκόνι. Αν μάλιστα ξάπλωνες στο πάτωμα, να, όπως δηλαδή την πηγαίνει
αυτός τώρα πάνω κάτω στο τριάρι, θα’βλεπες στη σειρά σεμεδάκι
τηλεόρασης-βασιλικό-σημαία-φαλάκρα. Του ντόπιου αρχηγού τους. Η φαλάκρα ντε,
γιατί το σεμεδάκι είναι από δέμα της πεθεράς της νεκρής. Μυτιληνιά η πεθερά,
στέλεχος ΠΑΣΟΚ, με μεγάλη αδυναμία στα μπονσάι. Πήγε έξι όμως και το πτώμα
μύρισε.



Δημοσίευση σχολίου