Archive for 1/11/12 - 1/12/12

Πού να βρω την ελπίδα στην πόλη



Πού να βρω την ελπίδα στην πόλη, με ρωτάς/

γκελ την είδα να κάνει,
απ’τις ταράτσες που γνωρίζει η απελπισία τη βαρύτητα
πάνω στα βρεγμένα καλώδια της ΔΕΗ
κι από’κει
με τον κώλο στις κεραίες των καναλιών να κάθεται/

σου απαντώ

Posted in | 4 Comments

Κάποιοι το σούρουπο γλιστράνε



Το βουνό απέναντι απ’το χωριό μου έχει μια χαμηλή μα στέρεη οροφή για ουρανό. Μπορείς να σκαρφαλώσεις στη γέρικη ελιά δίπλα στο παλιό γιοφύρι και μ’ένα σάλτο να βρεθείς πάνω του. Αν μάλιστα βρεθείς ξημερώματα στο λιοτριβείο του κυρ Γιάννη, θα δεις χωριανούς ν’αφήνουν το χωράφι για να καβαλήσουν τον ουρανό. Τις γυναίκες με τις λαδωμένες ποδιές του μεσημεριού και τους άντρες με τα στιβάνια του λιομαζώματος. Όλοι σιωπηλοί χάνονται μυστηριωδώς ανάμεσα στα κλαδιά. Μια βόλτα να κάνεις κάτω απ’τον ουρανό δε θα δεις δίχτυ απλωμένο με γυναικοπαρέες πάνω μα ούτε και άντρα πιλότο σε λασπωμένο αγροτικό. Κάποιοι το σούρουπο γλιστράνε από τις σηκωμένες βέργες και κατεβαίνουν κρυφά πάλι στα λιόφυτα, τις κουζίνες ή ανάμεσα στα κυπαρίσσια του κατηφορικού νεκροταφείου. Ρώτα τους όταν τους συναντήσεις στο δρόμο γιατί χαμογελάνε και θα σου αραδιάσουν ένα σωρό ψέματα· θα επικαλεστούν από ρακές μέχρι και ραδιοφωνικά ανέκδοτα. Μα εγώ ξέρω, ότι από’κει πάνω τα πρόσωπα δεν τα στολίζει η ομίχλη και ούτε τα χέρια με ρόζους, ότι το αχ του πόνου στον άνεμο χάνεται και το δάκρυ του πένθους ένα με τη βροχή πέφτει στο χώμα. Είναι βέβαια και οι ψυχοφύλακες με τους πόνους στη μέση που αποφασίζουν να μείνουν πάντα ψηλά και πάνω απ’τα βρεγμένα μνήματα,

μα γι’αυτούς απόψε δε θα νοσταλγήσω.

Posted in | Leave a comment

Κι ένα ρόδι πέφτει




Τη ροδιά η αποχέτευση τη μεγάλωσε/

Εκεί τη φύτεψε στα έντεκα του. Στο τέλος της αυλής, μόλις που άρχιζε να κατηφορίζει για το μποστάνι και ν’ανηφορίζει για την εφηβεία. Έτσι είχε τη φροντίδα όλης της οικογένειας δίχως το ξόδεμα συνειδητού ενδιαφέροντος. Το καμάρι του κηπουρού και ο φθόνος του κήπου έγινε η ροδιά. «Μα πόσο νόστιμα», «πόσο ζουμερά» και «πόσο κόκκινο σ’αυτά τα ρόδια». 

Όσο για τον κορμό της, βοήθησαν πολλοί – συγγενείς, φίλοι, έρωτες και επισκέπτες – να γίνει τόσο παχύς που αγκαλιές δυο παιδιών δεν τόν’πνιγαν και τόσο δυνατός που για γαργάλημα πέρασε το κρέμασμά του απ’τα κλαδιά της.

/κι ένα ρόδι πέφτει ελεύθερα στον ουρανό

Posted in | 4 Comments

«Μη»


Την ψηλή, καφετιά γλάστρα ξάπλωσε ο αέρας στην αυλή κι αυτή πρόστυχα τίναξε πίσω τα φύλλα απ’το λαιμό της.

Άκουσα το βογγητό μέσα στη βροχερή νύχτα, μα πού να σκεφτώ ότι έρωτα της κάνει στην παγωμένη αυλή. Ούτε πως δεν ήταν βροχή, μα τα υγρά τους αυτά που σκούπιζα, καθώς «μη σηκωθείς» σου φώναζα μέσα απ’το ζωγραφισμένο με χνώτα μας παράθυρο.

Την έβαλα στη θέση της, όσο ο αέρας σφύριζε «μη» στ’αυτιά μου – «μη» ήταν άραγε αυτό που άκουγα ή «αμήν»; Έπειτα στόλισα το χώμα της με τα δικά της πεσμένα φύλλα, που ακόμα μεθυσμένο άνεμο μυρίζανε, και τρεις μήνες μακρύτερα έστειλα το θάνατο μου. 


Posted in | Leave a comment

Κομμάτια




Στα κομμάτια μου που πάρκαρες τις μυρωδιές σου,
που τόσες Πέμπτες άφησες να με βασανίζουν και τη θέση άλλων να πιάνουν
καθόλου φιλικός δε θα’μαι

Θα τα γδάρω, θα τα σκίσω, θα τα πετάξω στο πάτωμα, θα τα φτύσω, θα τα ξεφτιλίσω μπροστά σε όλα τ’άλλα τ’άοσμα, τα μίζερα και τ’άτυχα

Και όταν τολμήσουν να φωνάξουν,
τότε μπροστά τους θα γονατίσω,
να τα φιλήσω
και στο αίμα βαθύτερα να τα ποτίσω
και στ'αυτάκι του καθενός με ήττα θριαμβευτική θα τους ψιθυρίσω

«σας αγαπώ»

Posted in | Leave a comment

ShareThis

Search

Swedish Greys - a WordPress theme from Nordic Themepark. Converted by LiteThemes.com.