Archive for 1/1/13 - 1/2/13

τα ταμπελάκια


Λίγο πριν μπει στο νοσοκομείο για να πεθάνει οργανωμένα, η γιαγιά πραγματοποίησε την τελευταία της δραστηριότητα. Έχοντας πλέον μετεγκατασταθεί μόνιμα στο πατρικό μου, χάριζε τ’απογεύματα της στη λευκή μπαλκονόπορτα, στη σκιά της τέντας. Όταν ο ήλιος την άγγιζε, έκλεινε την κουρτίνα για να μη δει το πρόσωπό της πάνω στο τζάμι. Και θυμηθεί το χωριό. Το ίδιο πρόσωπο που έβλεπε πάνω στην «κολύμπα», όπως αποκαλούσε τη λακούβα γεμάτη με νερό κι εγώ δεν ήξερα τί να διαλέξω· την προστακτική της λέξης που ερχόταν σε αντίθεση με το ημιορεινό περιβάλλον, αλλά γεννούσε μια υπόσχεση, ή το περιγραφικό ουσιαστικό που σε τρεις σύλλαβες έκλεινε νερό και κενό μαζί. Το ίδιο κενό που δύσκολα σου ξέφευγε απ’το βλέμμα της μετά την τελευταία της μετακόμιση στην πόλη.

«Δεν έχω τί να κάνω, θα βάλω καινούρια ταμπελάκια σε όλες τις πετσέτες του μπάνιου για να τις κρεμάτε ευκολότερα».

Ένα ταμπελάκι, «γιαγιά, μην κρύβεσαι απ’το φως», δύο ταμπελάκια, «δε θα ξαναδώ ποτέ το μποστάνι μου», τρία ταμπελάκια, μελαγχολία ακόμα και στο περπάτημα της, τέσσερα ταμπελάκια, δύσκολες αναπνοές, κλάμα και τέλος απόψε, έξι χρόνια μετά το τυπικό τέλος, που και το τελευταίο ταμπελάκι κόπηκε ρίχοντας την πετσέτα στο πάτωμα και θρυμματίζοντας τη σε δεκάδες μικρά μποστάνια.

2 Comments

Σεισμός ήταν



Βρυχάται η γη, βρίζει και αναθεματίζει

ήρθε η ώρα μας;
λες, επιτέλους;

βλέπεις το ρολόι με γουρλωμένα μάτια
σηκώνεσαι, κερδίζεις δυο φιλιά, τα πρώτα της νέας σου γέννησης
-κερδίζουμε ήδη, σου λέω, άσε με να γευτώ το στήθος σου μια τελευταία φορά πριν βγούμε στον κόσμο-
αρπάζεις το κοντάρι, ένα μπουκάλι νερό, το μααλόξ
σβήνεις την ημερομηνία που ένα αόρατο χέρι με κρύο μολύβι
πάνω στην ταυτότητα σου έγραψε
και λίγο πριν φτάσεις στην είσοδο του γλυκόπικρου χάους
η πόρτα του σπιτιού σφραγίζει εκκωφαντικά τον ενθουσιασμό σου,
ρίχνοντας και τους εκκρεμείς λογαριασμούς απ΄το αυτοσχέδιο τραπεζάκι

η ημερομηνία λήξης σου αυτόματα χαράσσεται πάλι
πάνω στο πλαστικό της αστυνομικής ταυτότητας

σεισμός ήταν, όχι ξεσηκωμός
άραξε

Posted in | Leave a comment

Ο φίλος μου ο Τζο



Συνάντησα τον Τζο στη φυτεία σήμερα. Οι ραβδώσεις στο πρόσωπό του ακόμα να φύγουν. Στη διαδρομή τους πάνω στο μαύρο του δέρμα έβλεπες αποξηραμένες λίμνες αίματος και την αγία, δολοφονημένη μάνα του να βουτά σ’αυτές από πολύ ψηλά. Οι πιο καθάριες και ξεκάθαρες γραμμές που’δα μετά απ’αυτές που ίππευσε το τρένο για να με φέρει στην ταλαιπωρημένη μου Τζόρτζια, λίγα χιλιόμετρα δυτικά του Μπέινμπριτζ. Ναι, συνάμα καθάριες και ξεκάθαρες. Ούτε τα άσκαφτα δάχτυλα του αφεντικού, μα ούτε οι αλύγιστες βέργες με τις οποίες τον βασάνιζε, μπορούσαν να βρωμίσουν τις γυαλιστερές γραμμές του φίλου μου του Τζο.

Ο Αύγουστος έχει ξυπνήσει για τα καλά εδώ στο νότο και η δουλειά στα χωράφια μυρίζει έρωτα με ήλιο, μεθυσμένο από ιδρώτα και αίμα.

-Εσύ, επισκέπτης μακρινός και φιλοξενούμενος του χρόνου απ’άλλο χρόνο, πώς απέκτησες τα σκαψίματα στο πρόσωπο;

Με ρωτά.

-Εγώ, καλέ μου Τζο, καταρράστηκα να ναυαγώ χωρίς να χαίρομαι τα χιλιάδες αστέρια από πάνω μου και συνήθισα να κρύβομαι δίχως ν’αποκρίνομαι στις σκιές.

-Και τί κάνεις εδώ, δυο αιώνες πίσω;

-Ναυαγώ ξανά, περαστικός στο χρόνο, φίλε μου.


Posted in | Leave a comment

ShareThis

Search

Swedish Greys - a WordPress theme from Nordic Themepark. Converted by LiteThemes.com.