Bloody Mary Christmas



Άφησε τη βελόνα με τη μακριά, παχιά κλωστή των 21cm να κρέμεται στο πλάι του θώρακα του και πήγε προς το δέντρο. Έβγαλε τα κινέζικα φωτάκια από την πρίζα και αφού τα ξεστόλισε από το μισό δέντρο, τα τύλιξε γύρω από την παχιά κλωστή, που πλέον είχε γίνει ένα με το χριστουγεννιάτικο στολισμό του πανάκριβου γραφείου του.  Ο ύπουλος, τσιριχτός ήχος τους – που της θύμιζε τη γυναίκα του – την εκνεύριζε τόσο που είχε σκεφτεί να τα τυλίξει γύρω από το λαιμό του πολύ πριν το συμβάν.

Μερικά λεπτά νωρίτερα ο πρώην συνδικαλιστής, νυν δήμαρχος κι εσαεί κομματόσκυλο απαίτησε από τη νεαρά εργαζόμενη να αποφασίσει αν επιθυμεί απόλυση ή μετάθεση σε άλλη πόλη. Αδυνατούσε να πιστέψει τί της ζητούσε. Πώς γίνεται ο άνθρωπος που τη διόρισε στη θέση αυτή να ξεχνά τον προσωπικό της αγώνα για την επικράτηση του στις δημοτικές εκλογές και τις τουλάχιστον εικοσιμία οικογενειακές ψήφους που του έφερε – υπολογισμένες μία προς μία. Και τα δύο πηδήματα στα μουλωχτά, όταν ήταν πιεσμένος από το κόμμα. Η υπεροχή του δημάρχου στη λαμογιά έναντι της υπαλλήλου του έδινε το δικαίωμα αυτοπροστασίας και σουταρίσματος άλλων παρακείμενων αντί εαυτού. «Για την εξυγίανση του κράτους», της έλεγε καταπίνοντας ατεμάχιστο τον τρίτο κουραμπιέ.

«Μία για το κράτος... Μία για το δημαρχείο... Μία για την Ε.Ε... Μία για το Δ.Ν.Τ...», ψιθύριζε καθώς έραβε την κοιλιά του με τη βελόνα. Το υπνωτικό δούλεψε άψογα και δε δυσκολεύτηκε να τον τοποθετήσει πάνω στο περσικό χαλί του γραφείου του. Τον γέμισε με όσους κουραμπιέδες βρήκε στο μπουφέ του, δεκατέσσερις για την ακρίβεια – μετρημένους έναν προς έναν– και συν τους τουλάχιστον άλλους επτά που είχε στο στομάχι, έφτασε τόσο τον αριθμό των ψήφων όσο και τις φορές που αναγκάστηκε να χώσει το κεφάλι της ανάμεσα στα πόδια του κάτω από το μπαρόκ γραφείο. Ήταν σίγουρη πως αυτός ο πολιτικός ανήρ δε θα την εξαπατούσε όπως ο προηγούμενος από το αντίπαλο κόμμα. «Μα είναι αριστερός αυτός», έλεγε από μέσα της, όταν τον παρακολουθούσε να υπερασπίζεται τα δικαιώματα των σταζιέρ σε εκπομπή τοπικού καναλιού.

Η νεαρή αριθμολάγνα λογίστρια έφυγε από το γραφείο του δημάρχου, από τον μέχρι πρότινος χώρο εργασίας της, κατευθυνόμενη προς το αεροδρόμιο. Αποφάσισε να δώσει μόνη της μετάθεση στον εαυτό της. Σε λίγες ώρες πετούσε για Κωνσταντινούπολη, όπου θα αφοσιωνόταν στη μέγαλη της αγάπη, τον χορό της κοιλιάς. Ονειρευόταν να πρωταγωνιστήσει κάποια μέρα σε τούρκικο σίριαλ που θα προβαλλόταν στην Ελλάδα για να τη δουν οι υπόλοιπες από το γραφείο και να σκάσουν από τη ζήλεια τους. Ο γεμιστός νεκρός πλέον δήμαρχος βρισκόταν κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο, δίπλα στο μικρό Χριστούλη της φάτνης. Λίγα εκατοστά δίπλα – εικοσιένα για την ακρίβεια – στεκόταν η ευχετήρια κάρτα που του είχε στείλει ο Πρόεδρος: «ευτυχισμένο το 2011, μαζί και στους νέους αγώνες που θα ρίξουν φως στον τόπο».

Posted in | 7 Comments

Ακροβάτης στο γραφίτη






Εγώ δίπλα στη θάλασσα, χειμώνας του 2010.
Εσύ στην πολυθρονίτσα σου, ξέρω, βράδυ του ίδιου χειμώνα.

Χαρά μου και λύπη μου μαζί.

Είναι το τρίτο μου γράμμα μέσα σε δυο βδομάδες που σου γράφω. Να σε ρωτήσω; Όχι. Φοβάμαι τι θα μου απαντήσεις. Αλλά όχι, θα σε ρωτήσω: θες να σταματήσω; Βαρέθηκες τη γραφή μου; Τα τραγούδια που ακούς διαβάζοντας τις λέξεις μου; Θες να αλλάξεις τη μουσική στα αυτιά σου; Να σε βοηθήσω και σε αυτό; Μπορώ, αν θέλεις. Αλήθεια. Πες μου τι διάθεση θέλεις να΄χω στο επόμενο γράμμα και θα την έχω. Στο υπόσχομαι. Μέχρι τότε όμως μου επιτρέπεις να τη σκαπουλάρω και σα μικρός μαθητής που απρόσμενα γλυτώνει διαγώνισμα να σου ξαναπώ τα δικά μου, γεμάτος χαρά για άλλη μια ευκαιρία που χωρίς καν να κουνήσεις τα χείλη σου μου ξαναδίνω.

Πνίγομαι, όταν σκέφτομαι πόσο σε αγαπάω. Θα με αρχίσεις τώρα με τα ψυχολογικά σου, ξέρω. Αυτό δεν είναι αγάπη, είναι βάσανο, είναι το μνημόνιο του έρωτα! Κι όμως ρε συ, σκέψου το. Θυμάσαι το ραβανί που είχαμε φάει μαζί στο Λονδίνο; Θυμάσαι τί μου είχες πει; Ότι ήταν τόσο γλυκό που σου άρεσε παραπάνω από όσο μπορούσες να αντέξεις. Επαναπροσδιόρισε το «μου αρέσει» μικραίνοντας τα προηγούμενα και ανεβάζοντας τον πήχυ για τα επόμενα. Αλλά σου άρεσε όμως. Και το σκεφτόσουν ξανά την επόμενη φορά που γεύτηκες ραβανί. Και ήταν για σένα το απόλυτο μέτρο σύγκρισης για κάθε ραβανί που μπήκε στη ζωή σου, και το στομάχι σου, μετέπειτα. Ξέρω ότι εδώ χαμογέλασες και γι’αυτό γράφω αυτή την πρόταση, ώστε να σου δώσω χρόνο μερικών δευτερολέπτων για να σου λείψω πάλι.

Με πονάει η απόσταση. Και σε συνδυασμό με τον πνιγμό που νιώθω, γίνεται δυσβάσταχτη. Αυτό ναι, είναι βάσανο. Έχω κόψει και τα ραβανί όμως εξαιτίας σου. Ευτυχώς που δε φάγαμε κουραμπιέδες στο Λονδίνο. Έκανα πάλι μια μικρή παύση να σε ακούσω να γελάς. Υπερθέαμα κάθε φορά το γέλιο σου, που ποτέ δε βαριέμαι να δω και ακούσω. Ξανά και ξανά, μάτια, μάγουλα, χείλη, μάτια, χέρια, μάτια, μάτια, όλα πάνω σου γελάνε.

Δε θα σε χαιρετήσω, γιατί τελειωμό τίποτα δεν έχει ανάμεσα μας, ούτε ένα απλό γράμμα. Θα σου στείλω μόνο mail για να σου πω ότι σου έγραψα άλλο ένα γράμμα. Εντάξει; E;

Posted in | 2 Comments

Kuipersstraat – μέρος Ι





Έστριψε από τη γωνία της οδού Kuipersstraat δίχως να ελέγξει. Τα μάτια της ήταν καρφωμένα στο μπροστινό λάστιχο του ποδηλάτου της. Παρατηρούσε την εναλλαγή στεγνού με βρεγμένο στις ράγες του και θυμήθηκε τα λόγια του: «προσπάθησε να μένεις μόνο στο στεγνό ή μόνο στο βρεγμένο, γιατί αλλιώς θα γλιστρήσεις πιο εύκολα». Δεν ήξερε αν είχε κάποιο νόημα αυτή του η συμβουλή. Από μέσα της έλεγε πως μάλλον μαλακία ήταν, αλλά δεν είχε σημασία και γελούσε. Τη γοήτευε το ενδιαφέρον του. Η προσπάθεια του να φανεί άντρας και να την βοηθήσει με τις δυσκολίες της βροχερής καθημερινότητας στο Άμστερνταμ ήταν αρκετή για να αγνοήσει οποιαδήποτε ένσταση φυσικής είχε για την προτροπή του.

Στα 18 τους έδωσαν το πρώτο τους ραντεβού στο café της ίδιας γωνίας. Έξι η ώρα το απόγευμα, Σάββατο ενός μουντού Νοέμβρη. Τα σύννεφα είχαν καλύψει τις οροφές των σπιτιών και τα πιο τολμηρά απ’αυτά σεργιάνιζαν στα σκοτεινά κανάλια της πόλης. Δεν έβρεχε κι έτσι η αναμονή του έξω από το café δεν είχε ιδιαίτερες τεχνικές δυσκολίες. Η καθαρή βιτρίνα μάλιστα του επέτρεπε να τσεκάρει ξανά και ξανά ότι δεν είχε υπολείμματα φαγητού πάνω στα σιδεράκια των δοντιών. Τη βοήθησε να κατέβει από το ποδήλατο και αμήχανα τη συνόδευσε μέχρι το τραπέζι τους. Άνετη, ως η ωραία του σχολείου εκείνη, πίστεψε ότι του έκανε χάρη που βγήκε μαζί του. Όταν συνειδητοποίησε ότι ύστερα από είκοσι λεπτά συζήτησης φορούσε ακόμα τον κίτρινο της σκούφο, κατάλαβε ότι κανείς δεν έκανε χάρη σε κανέναν. Τα φώτα του café και οι σκιές τους βουτούσαν στο κρύο νερό, καθώς εκείνοι χάζευαν τον γείτονα στο νερό να γυαλίζει την τρομπέτα του. Μόνιμα πάνω στη ράχη του νερού αυτός και το σκάφος του που για χρόνια έμαθε να ξαποσταίνει πάντα στην ίδια όχθη του ίδιου καναλιού.

Posted in | 5 Comments

Ένα μόνο, ένα





Στεκόταν στη σκιά του για χρόνια περιμένοντας ένα άγγιγμα. Δεν επέτρεψε ποτέ σε οποιοδήποτε συναίσθημα να φτάσει σ’αυτόν. Συχνά τον κοιτούσε να κινεί τα χέρια και τη ματιά του στο χώρο και βυθιζόταν στη σκέψη. Τον άκουγε να μιλάει και ήξερε ότι τα αυτιά βοηθούσαν στη σύλληψη του γεγονότος. Το ίδιο γινόταν με τα μάτια όταν παρατηρούσε τις βαθιές ρίγες στο κάτω χείλος του. Όποτε δένανε τα χέρια άφηνε τον έλεγχο στο σύστημα της αφής. Όταν όμως πονούσε, δάκρυζε, έκλαιγε, μισούσε, θύμωνε και πείσμωνε, φοβόταν ότι τίποτα δεν μπορούσε να ελεγχθεί. Ότι τα πολλά απλωμένα νοητά χέρια που εμπόδιζαν τη φυγή των συναισθημάτων μακριά από την πηγή τους, χάνονταν μονομιάς.

Ανησυχούσε για τον κόσμο των αισθημάτων, τη δημιουργία των οποίων πάντα θαύμαζε, αλλά αδυνατούσε να βάλει σε καλούπια και κανόνες. Και αυτό ήταν σωτήριο, καθώς η κανονικοποίηση τους δε θα επέτρεπε τη γέννηση τους. Δεν τον αγαπούσε μόνο γι’αυτό που ήταν. Τον αγαπούσε, γιατί ήταν η μεγαλύτερη έμπνευση δημιουργίας. Η παρουσία του και μόνο, ο ήχος του, το δέρμα του, η μυρωδιά του, αποκτούσαν διάσταση απόκοσμη και αιτία σωματικής και πνευματικής εγρήγορσης. Αλλά ποτέ δεν έφτασε στο σημείο να του τα πει όλα αυτά. Γιατί άλλωστε; Όλα αυτά ήταν τόσο λίγα μπροστά σε ένα άγγιγμα. Ένα άγγιγμα μόνο.

Posted in | 4 Comments

She gave him fever – μέρος 3/3



Κενό· δεν είχε προγραμματίσει καμιά της κίνηση. Δεν της είχε περάσει ποτέ ξανά από το μυαλό. Συνόδευσε τα μικρά στο υπνοδωμάτιο τους, τα σκέπασε με μία μπεζ, λεπτή κουβέρτα και τα καληνύχτισε δίχως να τα κοιτάξει στα μάτια. Στον καθρέπτη του διαδρόμου φάνηκε να βηματίζει γρήγορα. Τον κοίταξε φευγαλέα με την άκρη του ματιού της. Στο γυαλί αποτυπώθηκε το ψυχρό, αποφασισμένο βλέμμα. Χαμογέλασε πονηρά, έκανε ένα βήμα πίσω κι έσκυψε μπροστά του. Σηκώθηκε απότομα κρατώντας μια κόκκινη γόβα. Το καστανό της μάλλι φαινόταν ξένο γύρω από το κατάλευκο, παγωμένο της πρόσωπο.

5. 4. 3. 2. 1. Ισόγειο. Το ρολόι με την Ακρόπολη στο φόντο, ακριβώς απέναντι από την πόρτα του ασανσέρ στο ισόγειο, έδειχνε 01:25. Στο ραδιόφωνο ακουγόταν η Peggy Lee: fever isn’t such a new thing, fever started long time ago. Τον βρήκε γυρμένο στην καρέκλα του θυρωρού να λαγοκοιμάται. Ονειρευόταν πάλι μυστηριώδεις, πρόστυχες ντίβες βαπτισμένες στο χρήμα και τη χλιδή. Γυναίκες που ποτέ δε θα μπορούσε να’χει στο κρεβάτι του. Γυναίκες ηδονικά απόκοσμες, ψεύτικες και τέλειες σαν πορσελάνινες κούκλες. Ήταν ερεθισμένος. Ξύπνησε από τη σκιά της και την παιδική μυρωδιά των ρούχων της που πάντα τον ξενέρωνε.

Από τη στιγμή που έκλεισε την πόρτα του παιδικού δωματίου μέχρι τη νυχτερινή τους συνάντηση είχε κλείσει ελάχιστες φορές τα βλέφαρα της. Τον παραξένευσαν τα γουρλωμένα της μάτια και τη ρώτησε αν είχε πυρετό. «Όχι». Η πλάγια επιφάνεια της γόβας έπεσε πάνω στο αριστερό του μάγουλο. Γλίστρησε στο πάτωμα. Η γόβα, το μπρελόκ με τα κλειδιά και ο μαύρος φακός ολοκλήρωσαν το έγκλημα. Η καρέκλα κυκλώθηκε από μία λίμνη αίματος. Όταν εκείνη γύρισε να φύγει, το σχήμα των οπισθίων του στην καρέκλα μόλις είχε αρχίσει να χάνεται. Μαζί με αυτόν.

Posted in | 2 Comments

ShareThis

Search

Swedish Greys - a WordPress theme from Nordic Themepark. Converted by LiteThemes.com.