Ακροβάτης στο γραφίτη






Εγώ δίπλα στη θάλασσα, χειμώνας του 2010.
Εσύ στην πολυθρονίτσα σου, ξέρω, βράδυ του ίδιου χειμώνα.

Χαρά μου και λύπη μου μαζί.

Είναι το τρίτο μου γράμμα μέσα σε δυο βδομάδες που σου γράφω. Να σε ρωτήσω; Όχι. Φοβάμαι τι θα μου απαντήσεις. Αλλά όχι, θα σε ρωτήσω: θες να σταματήσω; Βαρέθηκες τη γραφή μου; Τα τραγούδια που ακούς διαβάζοντας τις λέξεις μου; Θες να αλλάξεις τη μουσική στα αυτιά σου; Να σε βοηθήσω και σε αυτό; Μπορώ, αν θέλεις. Αλήθεια. Πες μου τι διάθεση θέλεις να΄χω στο επόμενο γράμμα και θα την έχω. Στο υπόσχομαι. Μέχρι τότε όμως μου επιτρέπεις να τη σκαπουλάρω και σα μικρός μαθητής που απρόσμενα γλυτώνει διαγώνισμα να σου ξαναπώ τα δικά μου, γεμάτος χαρά για άλλη μια ευκαιρία που χωρίς καν να κουνήσεις τα χείλη σου μου ξαναδίνω.

Πνίγομαι, όταν σκέφτομαι πόσο σε αγαπάω. Θα με αρχίσεις τώρα με τα ψυχολογικά σου, ξέρω. Αυτό δεν είναι αγάπη, είναι βάσανο, είναι το μνημόνιο του έρωτα! Κι όμως ρε συ, σκέψου το. Θυμάσαι το ραβανί που είχαμε φάει μαζί στο Λονδίνο; Θυμάσαι τί μου είχες πει; Ότι ήταν τόσο γλυκό που σου άρεσε παραπάνω από όσο μπορούσες να αντέξεις. Επαναπροσδιόρισε το «μου αρέσει» μικραίνοντας τα προηγούμενα και ανεβάζοντας τον πήχυ για τα επόμενα. Αλλά σου άρεσε όμως. Και το σκεφτόσουν ξανά την επόμενη φορά που γεύτηκες ραβανί. Και ήταν για σένα το απόλυτο μέτρο σύγκρισης για κάθε ραβανί που μπήκε στη ζωή σου, και το στομάχι σου, μετέπειτα. Ξέρω ότι εδώ χαμογέλασες και γι’αυτό γράφω αυτή την πρόταση, ώστε να σου δώσω χρόνο μερικών δευτερολέπτων για να σου λείψω πάλι.

Με πονάει η απόσταση. Και σε συνδυασμό με τον πνιγμό που νιώθω, γίνεται δυσβάσταχτη. Αυτό ναι, είναι βάσανο. Έχω κόψει και τα ραβανί όμως εξαιτίας σου. Ευτυχώς που δε φάγαμε κουραμπιέδες στο Λονδίνο. Έκανα πάλι μια μικρή παύση να σε ακούσω να γελάς. Υπερθέαμα κάθε φορά το γέλιο σου, που ποτέ δε βαριέμαι να δω και ακούσω. Ξανά και ξανά, μάτια, μάγουλα, χείλη, μάτια, χέρια, μάτια, μάτια, όλα πάνω σου γελάνε.

Δε θα σε χαιρετήσω, γιατί τελειωμό τίποτα δεν έχει ανάμεσα μας, ούτε ένα απλό γράμμα. Θα σου στείλω μόνο mail για να σου πω ότι σου έγραψα άλλο ένα γράμμα. Εντάξει; E;

Posted in | 2 Comments

Kuipersstraat – μέρος Ι





Έστριψε από τη γωνία της οδού Kuipersstraat δίχως να ελέγξει. Τα μάτια της ήταν καρφωμένα στο μπροστινό λάστιχο του ποδηλάτου της. Παρατηρούσε την εναλλαγή στεγνού με βρεγμένο στις ράγες του και θυμήθηκε τα λόγια του: «προσπάθησε να μένεις μόνο στο στεγνό ή μόνο στο βρεγμένο, γιατί αλλιώς θα γλιστρήσεις πιο εύκολα». Δεν ήξερε αν είχε κάποιο νόημα αυτή του η συμβουλή. Από μέσα της έλεγε πως μάλλον μαλακία ήταν, αλλά δεν είχε σημασία και γελούσε. Τη γοήτευε το ενδιαφέρον του. Η προσπάθεια του να φανεί άντρας και να την βοηθήσει με τις δυσκολίες της βροχερής καθημερινότητας στο Άμστερνταμ ήταν αρκετή για να αγνοήσει οποιαδήποτε ένσταση φυσικής είχε για την προτροπή του.

Στα 18 τους έδωσαν το πρώτο τους ραντεβού στο café της ίδιας γωνίας. Έξι η ώρα το απόγευμα, Σάββατο ενός μουντού Νοέμβρη. Τα σύννεφα είχαν καλύψει τις οροφές των σπιτιών και τα πιο τολμηρά απ’αυτά σεργιάνιζαν στα σκοτεινά κανάλια της πόλης. Δεν έβρεχε κι έτσι η αναμονή του έξω από το café δεν είχε ιδιαίτερες τεχνικές δυσκολίες. Η καθαρή βιτρίνα μάλιστα του επέτρεπε να τσεκάρει ξανά και ξανά ότι δεν είχε υπολείμματα φαγητού πάνω στα σιδεράκια των δοντιών. Τη βοήθησε να κατέβει από το ποδήλατο και αμήχανα τη συνόδευσε μέχρι το τραπέζι τους. Άνετη, ως η ωραία του σχολείου εκείνη, πίστεψε ότι του έκανε χάρη που βγήκε μαζί του. Όταν συνειδητοποίησε ότι ύστερα από είκοσι λεπτά συζήτησης φορούσε ακόμα τον κίτρινο της σκούφο, κατάλαβε ότι κανείς δεν έκανε χάρη σε κανέναν. Τα φώτα του café και οι σκιές τους βουτούσαν στο κρύο νερό, καθώς εκείνοι χάζευαν τον γείτονα στο νερό να γυαλίζει την τρομπέτα του. Μόνιμα πάνω στη ράχη του νερού αυτός και το σκάφος του που για χρόνια έμαθε να ξαποσταίνει πάντα στην ίδια όχθη του ίδιου καναλιού.

Posted in | 5 Comments

Ένα μόνο, ένα





Στεκόταν στη σκιά του για χρόνια περιμένοντας ένα άγγιγμα. Δεν επέτρεψε ποτέ σε οποιοδήποτε συναίσθημα να φτάσει σ’αυτόν. Συχνά τον κοιτούσε να κινεί τα χέρια και τη ματιά του στο χώρο και βυθιζόταν στη σκέψη. Τον άκουγε να μιλάει και ήξερε ότι τα αυτιά βοηθούσαν στη σύλληψη του γεγονότος. Το ίδιο γινόταν με τα μάτια όταν παρατηρούσε τις βαθιές ρίγες στο κάτω χείλος του. Όποτε δένανε τα χέρια άφηνε τον έλεγχο στο σύστημα της αφής. Όταν όμως πονούσε, δάκρυζε, έκλαιγε, μισούσε, θύμωνε και πείσμωνε, φοβόταν ότι τίποτα δεν μπορούσε να ελεγχθεί. Ότι τα πολλά απλωμένα νοητά χέρια που εμπόδιζαν τη φυγή των συναισθημάτων μακριά από την πηγή τους, χάνονταν μονομιάς.

Ανησυχούσε για τον κόσμο των αισθημάτων, τη δημιουργία των οποίων πάντα θαύμαζε, αλλά αδυνατούσε να βάλει σε καλούπια και κανόνες. Και αυτό ήταν σωτήριο, καθώς η κανονικοποίηση τους δε θα επέτρεπε τη γέννηση τους. Δεν τον αγαπούσε μόνο γι’αυτό που ήταν. Τον αγαπούσε, γιατί ήταν η μεγαλύτερη έμπνευση δημιουργίας. Η παρουσία του και μόνο, ο ήχος του, το δέρμα του, η μυρωδιά του, αποκτούσαν διάσταση απόκοσμη και αιτία σωματικής και πνευματικής εγρήγορσης. Αλλά ποτέ δεν έφτασε στο σημείο να του τα πει όλα αυτά. Γιατί άλλωστε; Όλα αυτά ήταν τόσο λίγα μπροστά σε ένα άγγιγμα. Ένα άγγιγμα μόνο.

Posted in | 4 Comments

She gave him fever – μέρος 3/3



Κενό· δεν είχε προγραμματίσει καμιά της κίνηση. Δεν της είχε περάσει ποτέ ξανά από το μυαλό. Συνόδευσε τα μικρά στο υπνοδωμάτιο τους, τα σκέπασε με μία μπεζ, λεπτή κουβέρτα και τα καληνύχτισε δίχως να τα κοιτάξει στα μάτια. Στον καθρέπτη του διαδρόμου φάνηκε να βηματίζει γρήγορα. Τον κοίταξε φευγαλέα με την άκρη του ματιού της. Στο γυαλί αποτυπώθηκε το ψυχρό, αποφασισμένο βλέμμα. Χαμογέλασε πονηρά, έκανε ένα βήμα πίσω κι έσκυψε μπροστά του. Σηκώθηκε απότομα κρατώντας μια κόκκινη γόβα. Το καστανό της μάλλι φαινόταν ξένο γύρω από το κατάλευκο, παγωμένο της πρόσωπο.

5. 4. 3. 2. 1. Ισόγειο. Το ρολόι με την Ακρόπολη στο φόντο, ακριβώς απέναντι από την πόρτα του ασανσέρ στο ισόγειο, έδειχνε 01:25. Στο ραδιόφωνο ακουγόταν η Peggy Lee: fever isn’t such a new thing, fever started long time ago. Τον βρήκε γυρμένο στην καρέκλα του θυρωρού να λαγοκοιμάται. Ονειρευόταν πάλι μυστηριώδεις, πρόστυχες ντίβες βαπτισμένες στο χρήμα και τη χλιδή. Γυναίκες που ποτέ δε θα μπορούσε να’χει στο κρεβάτι του. Γυναίκες ηδονικά απόκοσμες, ψεύτικες και τέλειες σαν πορσελάνινες κούκλες. Ήταν ερεθισμένος. Ξύπνησε από τη σκιά της και την παιδική μυρωδιά των ρούχων της που πάντα τον ξενέρωνε.

Από τη στιγμή που έκλεισε την πόρτα του παιδικού δωματίου μέχρι τη νυχτερινή τους συνάντηση είχε κλείσει ελάχιστες φορές τα βλέφαρα της. Τον παραξένευσαν τα γουρλωμένα της μάτια και τη ρώτησε αν είχε πυρετό. «Όχι». Η πλάγια επιφάνεια της γόβας έπεσε πάνω στο αριστερό του μάγουλο. Γλίστρησε στο πάτωμα. Η γόβα, το μπρελόκ με τα κλειδιά και ο μαύρος φακός ολοκλήρωσαν το έγκλημα. Η καρέκλα κυκλώθηκε από μία λίμνη αίματος. Όταν εκείνη γύρισε να φύγει, το σχήμα των οπισθίων του στην καρέκλα μόλις είχε αρχίσει να χάνεται. Μαζί με αυτόν.

Posted in | 2 Comments

She gave him fever - μέρος 2/3



Τα πάνινα παπούτσια της ήταν σκονισμένα, μιας κι έπρεπε να διανύσει όλο το Bronx Park αυτό το απόγευμα που οι άερηδες δεν άφηναν ούτε έναν σκίουρο πάνω στα κλαδιά των δέντρων. Σε καμία περίπτωση δε θα επέλεγε να περάσει μπροστά από τα ελληνικά και ιταλικά εστιατόρια, τα κουρεία, τα μικρά ζαχαροπλαστεία και τα κρεοπωλεία έχοντας μώλωπες στο πρόσωπο. Ποιος θα τους άκουγε μετά. Θα γινόταν το θέμα της συνοικίας για μια βδομάδα. Περισσότερο θα πονούσε από τα επικριτικά και κοροϊδευτικά σχόλια δεξιά κι αριστερά παρά από τις δύο μπουνιές στο πρόσωπο. Ήταν η δεύτερη φορά που κατηγορηματικά δήλωνε στον οικογενειακό της φίλο και επικεφαλής του αστυνομικού τμήματος, ότι δε θα καταθέσει μήνυση εναντίον του συζύγου της. Και φυσικά καμία κουβέντα για διαζύγιο.

Φοβόταν για’κείνη και για τα παιδιά της. «Πώς μπορώ ν’αναλάβω τη φροντίδα τους όταν για μια ζωή έδωσα ό,τι είχα και δεν είχα σ’αυτόν τον άνθρωπο;». Στηρίχτηκε ολοκληρωτικά πάνω του αφήνοντας τις μεγάλες της αγάπες, τη μουσική και την αγγλική φιλολογία. Περιστασιακά μόνο δίδασκε πιάνο σε δύο ελληνόπουλα της πολυκατοικίας, αλλά κι αυτό μέχρι να’ρθουν τα δίδυμα. Λίγο ο αλκοολισμός εκείνου, λίγο το δικό της αθώο φλερτ με τον συγγραφέα άρλεκιν του δεύτερου ορόφου, δεν άργησε η βία να μπει ανάμεσα τους. Στην αρχή μελάνιαζαν τα χέρια της, μετά η πλάτη, ενίοτε οι μηροί της. Ανεχόταν το ξύλο σε σημεία που μόνο αυτός και ο καθρέπτης της βλέπανε. Ο δυνάστης θυρωρός είχε τον απόλυτο έλεγχο της ζωής της. Εκείνη θα έκανε υπομονή μέχρι τα μικρά να κλείσουν τα δύο, το πολύ τα τρία, όπως έλεγε στη μάνα της. Πριν από λίγους μήνες τα δίδυμα κλείσανε τα πέντε και το ίδιο βράδυ πήγε μόνη της στο νοσοκομείο για υποτιθέμενη πτώση από σκάλα.

Το βράδυ έπεφτε κι εκείνη άφηνε πίσω της το αστυνομικό τμήμα κοιτώντας προς τη μεριά του πάρκου που βρίσκεται το σπίτι της και μαζεύοντας σε μια γωνιά του προσώπου της τα καστανά μαλλιά που άκομψα ανακάτεψε ο αέρας.

Βγήκε από την πόρτα του ασανσέρ μ’ένα ψεύτικο κόκκινο χαμόγελο που έμοιαζε σαν το πλέον κατάλληλο αξεσουάρ για το κόκκινο τζιν. Ο βηματισμός της στο διάδρομο διακόπηκε απότομα όταν τα δύο μικρά της της όρμηξαν πετώντας την μπάλα πίσω της. Το χαμόγελο, που είχε φορεθεί ήδη από το σβήσιμο του αριθμού 6 στο ασανσέρ, πλέον έβγαινε αβίαστα. Όπως αβίαστα βγήκε και το δάκρυ στα δυο της μάτια. «Γιατί κλαις, μαμά;» ήταν η ερώτηση για να δοθεί η απάντηση «σκόνη από το πάρκο, αγάπη μου».

Posted in | 9 Comments

ShareThis

Search

Swedish Greys - a WordPress theme from Nordic Themepark. Converted by LiteThemes.com.