Στα ξανά


Στα ξανά ήπια πάλι κι έκοψα το τιμόνι απότομα στο στενό σου από κάτω
Σ’αυτά τα ξανά που παγίδες στήσανε σε κάθε σκαλοπάτι του ξημερώματος
Που ανθρώπους των κάδων με βοήθησαν να γνωρίσω
Και να κερδίσω και να χάσω και να κλάψω και απ’το χέρι να σ’αρπάξω
και να σου πω το τώρα πόσο ύπουλο, μα και πόσο ακέραιο είναι
Και να σταθώ πάλι στις σκιές του παραθύρου να σε βλέπω να μη βολεύεσαι
στο μαξιλάρι που εξαιτίας μου πρώτη φορά το κεφάλι σου βύθισες
Που του μπουκαλιού το χρώμα μ’ανάγκασες πάλι να δω αδειάζοντας το,
για να κάνω τον αποχαιρετισμό μας επιτέλους ανώδυνο
Και χαμογελώντας να μπορέσω να σε φιλήσω,
για να μη γευτείς το γαμώτο στην άκρη της γλώσσας μου
Το δίλημμα να λιώσεις με το δυνατό κλείσιμο του καπώ
Τα βλέφαρα σου να κλείσω με τα δυο μου χέρια ενώ δεν κοιμάσαι
και να σε βάλω να μου πεις απλά καλημέρα, εκεί δίπλα στη βαλίτσα
Όταν η ώρα είναι 8 το απόγευμα και το εισιτήριο συμφωνεί με τους δείκτες
Μα μαζί μου τσακώνεται και δίπλα στις ρόδες του αυτοκινήτου
πέφτουμε στα ματάκια σου μπροστά να καυγαδίσουμε
μα πάντα αυτό κερδίζει, το γαμημένο το χαρτί
με τους δυο προορισμούς, τις τέσσερις ώρες,
τα δύο ξανά,
το ένα μείνε

Posted in | Leave a comment

Ενδοχλεύια




Τί εννοείς «είμαι ξένος στην ίδια μου τη χώρα, όταν φοβισμένοι νοικοκυραίοι και πουλημένοι αρχηγίσκοι την κουμαντάρουν και σηκώνουν τείχη κάθε μέρα ανάμεσα σ’αυτούς και σ’ό,τι απειλεί τη βολή τους, τις καταθέσεις και τις θέσεις, την καβάτζα παραμονής μέσα στο σπίτι, πίσω από παράθυρα και λάφυρα, καλωδιωμένοι μπροστά από τηλεοράσεις και εφημερίδες, τις ελέγξιμες πύλες προπαγάνδας που σκατά γεμίζουν τα μυαλά και πνίγουν στην μπόχα το «σήκω να φωνάξεις» και στον αφρό βγάζουν το «μισώ ό,τι ξένο» και το κυνηγώ να το σκοτώσω, γιατί αυτό φταίει για το κακό και τη μιζέρια, αυτό και μόνο αυτό απειλεί τις δομές μου, γι’αυτό και ο νοικοκυραίος καυλώνει με τείχη στα σύνορα και «σκούπες» στις πόλεις για να ξορκίσει το άλλο, το και καλά διαφορετικό, το απρόσκλητο, λες και τον κάλεσε ποτέ κανένας εδώ να φυτεύει μίσος και φόβο, φόβο ότι το μόνο που μας δίνει ελπίδα είναι ένα νόμισμα και γι’αυτό θα κόψει και το πόδι της γιαγιάς αν χρειαστεί, της γιαγιάς που τώρα πια δε θυμάται αλλά κάποτε ανέβαζε τρόφιμα στα βουνά, αυτά που μετανάστες εσωτερικού θα γεμίσουν, εκεί και στα μικρά νησιά, για ν’αφεθούν οι πόλεις να εκραγούν από φόβο και μισαλλοδοξία, σαν τεράστιοι βόθροι που ξεχείλισαν και τίναξαν μυαλά στον αέρα για να περάσει μετά η σφουγγαρίστρα να τις καθαρίσει και ο κηπουρός την παπαρούνα να φυτέψει»;

Posted in | Leave a comment

Είναι καλοκαίρι


Το φως του κυνηγού που παγιδεύει τον τρομαγμένο λαγό μες στη νύχτα,
το ψαράκι δίπλα στο έπιπλο που παγώνει όταν νιώθει τις δονήσεις των ποδιών σου και
η παλιά κασέτα που πέθανε στο τελευταίο μάσημα μα άφησε πίσω της εννιά τραγούδια και μια σκοτεινή αφιέρωση.

Κι η γλώσσα σου πιο σίγουρη από ποτέ που έπαψε να ψάχνει αποκούμπι μέσα στο στόμα μου.
Οι κόρες των ματιών μου που δίπλα σου μέσα στο βαθύ σκοτάδι μικρές παραμένουν.
Το αλμυρό σου μπλουζάκι που με κάθε πέταμα στην ψάθα σήμα δίνει στη νύχτα ν’αρχίσει να διαστέλλεται.

Και οι σταυροί των φαρμακείων που αναβοσβήνουν τα χαράματα όταν δίπλα μου περπατάς και αποτελούν τη μοναδική υποψία χριστιανικού παραδείσου.
Οι νότες στο μπαρ που μέσα Ιούλη σαν σταγόνες Κυριακάτικης βροχής μαζί σου ποτίζουν το κάθισμα.
Το σημάδι της πλάτης σου στο σκονισμένο παράθυρο του αυτοκινήτου και τα χέρια μου στην οροφή του.

Ο καπνός του τσιγάρου σου πίσω από το βράχο και το μαγιώ κάτω από την πέτρα.
Η μεσημεριανή υπόκλιση του ανεμιστήρα στο πέρασμα σου απ'το διάδρομο.
Τα λαδωμένα σου δάχτυλα μέσα στη χρωματιστή σαλάτα,
η σιωπή μας στη θορυβώδη παραλία,
το αχ
και
το πάλι
είναι καλοκαίρι.


Posted in | Leave a comment

Η κλήση


Μου είπες να μην πιω, γιατί οδηγάω και για να μη φάω κλήση "απ’τα μπατσόνια της παραλιακής".

Σου είπα δεκτό, αλλά τότε δεν έχει νόημα να βρεθούμε.

Με ρώτησες γιατί.

Μα γιατί η μέθη αφού σε δω, δε θα συγκρίνεται με αυτή του ούζου.

Posted in | Leave a comment

Λόγοι εκατό


Είναι η θλίψη της αναμονής και τα δάχτυλα που δεν ίδρωσαν. Η αποδοχή της ήττας και η αφομοίωση των όρων τους. Ο ενστερνισμός της αναβολής και το προσκύνημα στο «ε και τί». Είναι η εξομοίωση ανέργων πρωινών με τα τηλεκοντρόλ στο πάτωμα δίπλα στον κατάκοπο ανεμιστήρα του απογεύματος. Το κατέβασμα των ρολών και ο τελευταίος ήχος της κλειδαριάς μια ζεστή Πέμπτη του Ιούλη. Το ανασφάλιστο μιας γενιάς και η άρνηση του φαρμάκου στην άλλη. Αυτό το «θέλω να λήξω» που σκεπάζει τα πρόσωπα στις στάσεις των λεωφορείων και το ράψιμο των χειλιών που δε λένε να χαλάσουν την παραλληλία τους. Και το κυνηγητό του ξένου, του ανθρώπου-στόχου, η πτώση στα σκαλιά και ο ξυλοδαρμός και ο φόνος. Η σιωπή μου είναι. Η ενοχή μου, το βαθύ κάθισμα στον καναπέ και το πέταγμα του ρυζιού, του γάλατος και της παλιάς κουβέρτας. Το κλείσιμο του παραθύρου στα φανάρια και η στροφή του βλέμματος στα ψηφιακά γράμματα του ραδιοφώνου. Η άρνηση του πραγματικού, το μακρύ κλείσιμο των ματιών, η ψήφος στο μίσος και η φωνή που δε βγήκε ποτέ. Το καταφύγιο του κρεβατιού που φιλοξενεί δύο σκέτα αντί για δύο ενωμένα. Αυτά είναι. Μη μου δείξεις αποδείξεις, λογαριασμούς και χαρτιά γεμάτα νούμερα. Γιατί αν θέλω ν’αυτοκτονήσω, λόγους εκατό μπορώ να σου μετρήσω.

Posted in | Leave a comment

ShareThis

Search

Swedish Greys - a WordPress theme from Nordic Themepark. Converted by LiteThemes.com.