Archive for 1/8/11 - 1/9/11

Λαθος δρομο, πατερ





«Στάσου μισό λεπτό». Κοίταξε τον ιερέα και γέλασε. Τον λυπήθηκε! «Μ’εμένα γελάς;», τον ρώτησε ο ιερέας υποψιασμένος. «Ναι, γιατί έχεις διαλέξει λάθος δρόμο, πάτερ». «Ο δρόμος είναι κοινός για όλους μας και οδηγεί μόνο σ’Εκείνον», του απάντησε ο ιερέας διατηρώντας όμως τις αμφιβολίες του για το αν τον έπεισε. Διότι γνώριζε τι εννοούσε ο πιστός του, αλλά φοβήθηκε ν’αναμετρηθεί τώρα μαζί του. Όχι τόσο με τον πιστό, όσο με το θεό που τον έστειλε.

«Ο δρόμος προς τη θέωση είναι μέσα από τον Έρωτα και μόνο τον Έρωτα, πάτερ. Αν υπάρχει μια υποψία ύπαρξής Του στη Γη είναι ο Έρωτας, πάτερ. Ο Έρωτας. Μια ζωή άπιστος ήμουν. Τώρα όμως πώς μπορώ να μην πιστεύω; Πες μου, πώς; Γι’αυτό βγάλε τα ράσα και τυλίξου με σεντόνια και ρούχα που ξένες, σαγηνευτικές μυρωδιές πάνω τους κουβαλούν. Και που αγγίγματα περισσότερο απόκοσμα από τις καλύτερες παραβολές θα σου χαρίσουν».

Ήταν φανερό πλέον, ότι ο θρασύς πιστός είχε αλλαξοπιστήσει. Φάνηκε στα δύο ενωμένα χέρια που την εκκλησία άφησαν και το λόφο κατηφόρισαν.

Posted in | Leave a comment

Φιγουρες στο σαλονι



Την προηγούμενη Τετάρτη συνειδητοποίησε ότι βαρέθηκε τον εαυτό του. Κάθισε σε μια καρέκλα στη μέση του σαλονιού δίπλα σε μια πεταμένη εφημερίδα και κοιτούσε τα δυο του χέρια. Θυμήθηκε άλλα χέρια που τα δικά του είχαν αγγίξει, χαρτιά που πρόσφατα είχε σκίσει και πετάξει στα σκουπίδια, ψηφία τηλεφώνου που τα δάχτυλα είχαν ενώσει, δόντια απέναντι που τα δάχτυλα είχαν δαγκώσει, ωμό κρέας που είχαν σηκώσει, ξένα στήθη που οι παλάμες πάνω τους είχαν συρθεί, πλήκτρα υπολογιστή που σε σειρά είχαν πιέσει για να σχηματίσουν λέξεις όπως «μου λείπεις», «γύρνα πίσω», «κλείνω εισιτήριο κι έρχομαι». Ο ήχος του μολυβιού τον τράβηξε από τα χέρια του.

Τρίτη. Χορεύει μόνος στο υπνοδωμάτιο του. Κοιτάζεται στον καθρέπτη και χαμογελά. Απλώνει στο κρεβάτι τα ρούχα που θα ντύσουν τη θλίψη του. Ή μήπως όχι τη θλίψη; Δεν ξέρει. Χορεύει. Η οθόνη του τηλεφώνου είχε σβήσει λίγα δευτερόλεπτα πριν. Κοιτούσε από μακριά τ’όνομα που χανόταν βαθιά μέσα στο γυαλί και άναψε αυτός τώρα. Έλαμπε, φωτεινός, χορευτής, χαρούμενος. Φοβήθηκε ότι αύριο θα κάτσει σε μια καρέκλα στη μέση του δωματίου, θα πετάξει την εφημερίδα στο πάτωμα, θα ξεκινήσει να κοιτάζει για ώρα τα χέρια του και θ’αναπολήσει ό,τι αυτά έχουν κάνει τα τελευταία 24ωρα. Και ότι τότε πάλι ο ήχος του μολυβιού του ψυχιάτρου θα τον αποσπάσει από τις σκέψεις του.

Την Πέμπτη το μεσημέρι επιστρέφοντας σπίτι με το αυτοκίνητο αποφάσισε ότι βαριέται τους ανθρώπους περισσότερο απ’ό,τι βαριέται τον εαυτό του. Λογικό σκέφτηκε· εφ’όσον βαριέται τον εαυτό του που σήμερα Πέμπτη θεωρεί ένα τίποτα, πώς να μη βαριέται το σύνολο απ’το οποίο ο ίδιος προήλθε; Καθησυχάστηκε με το συλλογισμό του και άλλαξε ταχύτητα. Φλέρταρε με την τρέλλα του έχοντας ως καβάτζα τη λογική των άλλων. Τον γοήτευε η λεπτή κλωστή ανάμεσα τους, που τα δέκα του δάχτυλα συχνά γαργαλούσαν παιχνιδίζοντας. Τί σημασία όμως έχουν όλα αυτά, είπε. Σήμερα είναι Παρασκευή. Ή μήπως Τετάρτη;

Posted in | Leave a comment

Peach black



Ένα πληγωμένο ροδάκινο, μια ξύλινη, πολύχρωμη σαύρα από το προτελευταίο του ταξίδι και μια περαστική γάτα απ’το παράθυρο του παγιδευμένου δωματίου αποτέλεσαν τις σημαδούρες τους για το υλικό και σύγχρονο. Δίπλα στο μαχαίρι που μόλις είχε κόψει τη σάρκα του καρπού μερικές σταγόνες νερού και λίγο πιο πέρα απ’αυτές ένα όχι ανήσυχο υπό το βλέμμα του εχθρού. Ανάμεσα στα πεταμένα ρούχα του και την καρέκλα που για λίγο τα δέχτηκε, πρόβαλε εκείνο, υγρό και λαχανιασμένο, το ναι. Εκεί, ανάμεσα στο ξύλο της καρέκλας και την τσέπη του παντελονιού που φύλαγε τη φωτογραφία τους, είχε χωθεί το ναι που απειλητικά το όχι κοιτούσε.

Κράτησαν ένα λεπτό σιγής. «Πόσο αφελές και μεγαλόπνοο», σκέφτηκαν σίγουρα και οι δύο. Να προσπαθήσεις να κρατήσεις στα θνητά σου χέρια όχι μόνο τη σιγή, αλλά και το χρόνο. Το λεπτό είχε ήδη φύγει και η σιγή έδωσε τη θέση της στο φόβο. Γιατί η ίδια η σιγή άλλωστε από φόβο απλώθηκε σα δίχτυ στο δωμάτιο· όταν πάλι και οι δυο τους αντιλήφθηκαν ότι οι λέξεις είχαν φοβηθεί τα χείλη. Αυτές τρεμάμενες το στόμα θέλανε ν’αφήσουν, μα τα κόκκινα συρόμενα τείχη άλλου διαταγές ακολουθούσαν.

Κι εκεί, ανάμεσα στο όχι και το ναι, το φόβο και τη σιγή, το μαχαίρι και τη φωτογραφία ήρθε εκείνος που πάντα λύσεις δίνει, ο Αύγουστος. Και μετά πάλι σιγή. Λίγες στιγμές μακριά της η πρώτη κραυγή: ο Αύγουστος γεννούσε ποτάμι, από αίμα μαύρο και φως ροδακινί.

Posted in | Leave a comment

ShareThis

Search

Swedish Greys - a WordPress theme from Nordic Themepark. Converted by LiteThemes.com.