[νταν]
«Στάσου μισό λεπτό». Κοίταξε τον ιερέα και γέλασε. Τον λυπήθηκε! «Μ’εμένα γελάς;», τον ρώτησε ο ιερέας υποψιασμένος. «Ναι, γιατί έχεις διαλέξει λάθος δρόμο, πάτερ». «Ο δρόμος είναι κοινός για όλους μας και οδηγεί μόνο σ’Εκείνον», του απάντησε ο ιερέας διατηρώντας όμως τις αμφιβολίες του για το αν τον έπεισε. Διότι γνώριζε τι εννοούσε ο πιστός του, αλλά φοβήθηκε ν’αναμετρηθεί τώρα μαζί του. Όχι τόσο με τον πιστό, όσο με το θεό που τον έστειλε.
«Ο δρόμος προς τη θέωση είναι μέσα από τον Έρωτα και μόνο τον Έρωτα, πάτερ. Αν υπάρχει μια υποψία ύπαρξής Του στη Γη είναι ο Έρωτας, πάτερ. Ο Έρωτας. Μια ζωή άπιστος ήμουν. Τώρα όμως πώς μπορώ να μην πιστεύω; Πες μου, πώς; Γι’αυτό βγάλε τα ράσα και τυλίξου με σεντόνια και ρούχα που ξένες, σαγηνευτικές μυρωδιές πάνω τους κουβαλούν. Και που αγγίγματα περισσότερο απόκοσμα από τις καλύτερες παραβολές θα σου χαρίσουν».
Ήταν φανερό πλέον, ότι ο θρασύς πιστός είχε αλλαξοπιστήσει. Φάνηκε στα δύο ενωμένα χέρια που την εκκλησία άφησαν και το λόφο κατηφόρισαν.





