[ματιές]
Δεν έχω αφήσει δρόμο για δρόμο, πόρτα για πόρτα που τη φωνή μου να μη ρίξω για σημάδι γυρισμού. Γιατί η ερώτηση μου απάντηση δε βρίσκει από ανθρώπου χείλη. Πώς γίνεται δυο μάτια ομορφότερα από ζεστή ακροθαλασσιά και πλάνα πανσέληνο μαζί να βουρκώνουν τα βράδια του Οκτώβρη;
Μάτια σαν τα δικά σου ο βούρκος φοβάται ν’αγγίξει. Μάτια λίμνες που μέσα τους θε’να χαθώ μέχρι να στραγγίξω αυτά και τα βάσανα που τα πνίγουν. Να ποτίσω με δάκρυα τα μάγουλα σου, το ροδαλό τους φως ποτέ μη στερηθώ.
αφιερωμένο




Δημοσίευση σχολίου