Archive for 1/12/11 - 1/1/12

Κλείσε το θερμοσίφωνα πριν με σκοτώσεις ξανά




Την επόμενη φορά που θα με σκοτώσεις σπίτι μου, θυμήσου να κλείσεις το θερμοσίφωνα πριν. Γιατί από την έκρηξη κάηκε η καρέκλα που’χα σκοπό να χρησιμοποιήσω για να κρεμαστώ.

Αλλά πάντα ήξερες πώς το χρόνο να εξουσιάζεις. Να συγχρονίζεσαι με τις βαθύτερες μου σκέψεις, τα παιδιά δηλαδή των δικών σου πράξεων που ατιμώρητα άφησα στην αυλή της κρεβατοκάμαρας. Κι όλο κάτι πίνακες του Νταλί ζωγράφιζε η γλώσσα σου τελευταία· λόγια δυσανάλογα, ρολόγια τσακισμένα κι λεπτεπίλεπτοι ελέφαντες που στο στέρνο πάνω κάθονταν σταυροπόδι.

Γι’αυτό με μίσος πέτα την πελέτα στους μπαρουτοκαπνισμένους τοίχους και φίλα με. Και για τους τοίχους μη σκας. Η μαχαιριά σου χτύπησε τόσο κέντρο, που η έκρηξη σαν θαλασσινό αεράκι το πτώμα μου χάιδεψε.

Posted in | Leave a comment

Δύσκολοι καιροί για φλούδες μανταρινιού



Δύσκολοι καιροί για φλούδες μανταρινιού. Από σκουφάκια στις ζεστές εσοχές των αναμμένων καλοριφέρ κατέληξαν μόνιμες κουκούλες στους χυμώδεις σάκκους των κουκουτσιών.

Τράβηξε την κουβέρτα από πάνω της και γυμνόστηθη ξάπλωσε δίπλα στη φάτνη των Χριστουγέννων. Στο βραδινό της στέρνο χτύπησε φωτεινό μπλε, κόκκινο, πράσινο, μπλε, κόκκινο, πράσινο. Τα κρύα της δάχτυλα παίζανε με μια βιβλική φιγούρα-κομπάρσο του σκηνικού της φάτνης. Βοσκός ήταν; Το παιδί για όλες τις δουλειές μέχρι να φτάσουν οι μάγοι; Δεν ήξερε. Ήταν όμως αρκετός για να τη θυμώσει. Λίγο ο παρακατιανός του ρόλος, λίγο η αξυρισιά του, την έκανε να θυμηθεί τα κομμουνιστικά της. Του φώναξε «κουράγιο, σύντροφε» ανάμεσα σε δύο συνεχόμενα κόκκινα. Κόκκαλο ο σύντροφος βέβαια, επικά ανέκφραστος. Σαν το κοκκαλάκι της που κρύωνε και βαθμούς του Κελσίου ζητιάνευε. Πολυτέλειες για καταθλίψεις δεν έχουμε φέτος, σκέφτηκε. Το είχε αποφασίσει άλλωστε από του Αγίου Νικολάου, όταν έφαγε την γκλομπιά στην πλάτη. Τότε που γύρω της είχε μόνο μπλε, άσπρο, μπλε, άσπρο.

Και το μαλλί. Δεν είναι μέρες που απαιτούν μαλλί φτιαγμένο. Έβγαλε το πιαστράκι και το’κλεισε στα μάτια της ηγετικής νεογέννητης φιγούρας της φάτνης. «Μη βλέπεις εσύ». Σηκώθηκε κι έβγαλε τ’άστρο από την κορυφή του δέντρου. Έσκυψε ταπεινά και το τοποθέτησε δίπλα στον κομπάρσο της φάτνης επισκιάζοντας έτσι κάθε άλλο πρωταγωνιστή του παραμυθιού. Αυτός άλλωστε το’χει μεγαλύτερη ανάγκη από τους άλλους. «Έτσι δεν είναι σύντροφε;», είπε κι έφτυσε το κουκούτσι.

Posted in | Leave a comment

SoftX




Το χαρτί έγραφε πάνω σόφτεξ. Σοφτ, όπως απαλή και αθώα ήταν η παρθένα ζωή της στα προάστια της Τιμισοάρα και εξ γιατί μόνο το «ήταν» έχει απομείνει πλέον στα χέρια της από εκείνες τις μέρες. Καθάρισε τα υγρά του από τα αψεγάδιαστα μάγουλα της και σηκώθηκε όρθια. Το καθαρό ροδαλό της θύμισε το τελευταίο φιλί του παππού λίγες μέρες πριν φύγει για Ελλάδα. Το όνειρο σάπιο, αλλά γυαλιστερό στον αφρό. Η πραγματικότητα σκληρή και τα χρήματα λίγα. Το ξύλο πολύ και η κραυγή υπόκωφη. Τί να την κάνεις μια ζωή, όταν σε όνειρο έχει πλέον αναχθεί ένα κυνηγητό, μία καταδίωξη, μία απόδραση, μία επιστροφή ίσως στο πάντα ροδαλό.

Φώτα που από κόκκινα ξεθώριασαν σε ψυχρά λευκά αφήνοντας πλέον και την παραμικρή ρωγμή να φανεί. Σε ποιον, θ’αναρωτηθεί και η ίδια. Μόνο ρωγμές δεν παρατηρεί το μάτι του πελάτη. Τρύπες που γεμίζουν με σάρκα και πάντα άδειες μένουν. Πράξεις μιας βραδιάς που καθρεπτίζουν πάνω στο σκληρό χαρτονόμισμα τις ανάγκες χρόνων. Τόσο της ίδιας όσο και του νυχτερινού επισκέπτη. Του ντόπιου, του οικογενειάρχη, του εργαζόμενου που σε αντίθεση με αυτήν δε φοβάται να κοιτάξει στα μάτια την ακόμα πιο φοβισμένη γειτόνισσα. Εκείνου που ενδεχομένως πρεσβεύει τ’όνειρο της που γυάλιζε και σάπισε. Πόσο ξεγελάστηκε από τ’ωραίο που κρυβόταν στα σπλάγχνα του αγοραίου.

Πόρνη νεαρή στο δέρμα και γριά στα σκέλη, γυναίκα δέκτη και κυρία όσο λίγες γειτόνισσες σου, κορίτσι πρόσφυγα που ιοί του κρεβατιού το σώμα σου γδέρνουν, δούλα του ιερού και μαχήτρια του ονείρου, τα σέβη μου.

Posted in | Leave a comment

Απώλεια δεδομένων



Κλείσε την. Κλείσε την τη ρημαδιασμένη. Την έκλεισε. Το φως από την κλειστή τηλεόραση συνέχιζε να γλείφει τα κάδρα του κατά τ΄άλλα σκοτεινού σαλονιού. Νόμιζε ότι θα ήταν εύκολο και ανώδυνο. Όχι μόνο γελάστηκε, αλλά την άκουσε να γελάει κιόλας. Περισσότερο μάλιστα όποτε τον άκουγε να την αποκαλεί «χαζοκούτι». Το χαζοκούτι ήταν αυτό που του δημιούργησε φρούδες ελπίδες και πλαστικές ανάγκες. Ήταν αυτό που τον συντρόφευε τα βράδια που τολμούσε ν’απαρνηθεί την κοινωνική του φύση φοβούμενος το κόστος της αλληλεπίδρασης. Μικρός είχε γράψει σε μία έκθεση στο σχολείο, ότι η τοποθέτηση μιας τηλεόρασης στο σπίτι μιας οικογένειας ισοδυναμεί με αθόρυβο άνοιγμα στην κόλαση. Το πόσο φίλος είχε γίνει με τον διάβολο μόνο αυτός και κάτι άλλα εκατομμύρια υπηκόων το έμαθαν τελικώς.
Ο πανικός τον έκανε να πατήσει το off. Ο πανικός της άδειας τσέπης, της πληγής στο πόδι που απαιτεί πλέον χρήμα για να κλείσει, της απάθειας απέναντι στα ρακένδυτα παγκάκια, της αλλαγής βλέμματος τη στιγμή που σωριάζεται το νηστικό ανήλικο στο ίδιο σχολείο που παλιότερα ο ίδιος έγραφε εκθέσεις για τη φτώχεια, τον ατομικισμό και την κοινωνική αποξένωση. Ο πανικός της μετανάστευσης ως λύσης που του ήρθε συστημένη, όταν εκείνος αμέριμνος έβλεπε ποδόσφαιρο στο κουτί. Κουτί, όχι χαζοκούτι, πλέον ήξερε. Πόσο μικρός ένιωσε, όταν αντιλήφθηκε ότι είναι απλά ένας αριθμός που αγχώνεται για την επίτευξη άλλων αριθμών, για μια ζωή μεταξύ προσήμων συν και πλην, ποτέ επί. Θυμήθηκε το βράδυ της κρίσης πανικού μετά το δελτίο ειδήσεων. Έπαιρνε βαθιές εισπνοές που σπρώχνανε όλο και πιο βαθιά μέσα του ποσοτικά ελλείμματα και συναισθηματικές υφέσεις. Ιδρώτας, δύσπνοια, απώλεια όρασης, ταχυκαρδία, όλα εκεί δίπλα στο πατημένο τηλεκοντρόλ. Πανικοβλήθηκε, όχι επειδή δε ρωτήθηκε ποτέ ο ίδιος, αλλά επειδή δε νοιάστηκε να ρωτήσει αυτός.
Το φως της τηλεόρασης, αν και κλειστής, παρέμενε στο δωμάτιο. Θα μείνει εκεί για μέρες, αλλά μην πανικοβάλεσαι. Ο άνθρωπος, το βιβλίο και ο δρόμος βοηθάνε στον εξορκισμό. Δεν κλείνουν εύκολα τα παράθυρα στην κόλαση, βλέπεις.

Posted in | Leave a comment

ShareThis

Search

Swedish Greys - a WordPress theme from Nordic Themepark. Converted by LiteThemes.com.