[μου]
Παραμένω αμήχανος μπροστά στις συνεχόμενες διαρρήξεις σου.
Έβαλες δύο σεσημασμένους κλέφτες να μου παίρνουν ό,τι έχω και δεν έχω κάθε φορά που σε συναντώ.
Τα χάνω, βλέπεις, όποτε φτάνω σε απόσταση ανάσας απ’το βασανιστικά αρμονικό ανοιγόκλειμα τους και μόνο λέξεις δε μένουν στη μνήμη. Εικόνες, ήχους, γεύσεις και πολλές μυρωδιές, πάρα πολλές, ναι, θα βρεις.
Σταμάτα. Θα σε καταγγείλω, δεν αστειεύομαι.
...
Βλέπεις πανικό, βλέπω ουρανό.
...
Στο πεζοδρόμιο κάτω απ’το παράθυρο σου πετάς τις νύχτες μας ξέροντας ότι θα περπατήσω μέσα από πλατείες για να τις κρύψω ξανά κάτω από το μωβ σουπλά της κουζίνας. Χρειάζομαι πολλές αναπνοές για τόσο περπάτημα.
...
Στο κρεμαστό σου που΄σπασα, στο ποτήρι πού’πεσε και σκόρπισε τα χείλια σου σε κάθε γωνιά του μπαλκονιού, στην κουβέρτα που κάθε λίγο μου ζητούσε να φιλήσει τον γυμνό σου ώμο το ξημέρωμα, στις παύσεις σου. Σε μυρίζω.
...
Μετρημένες σε χίλια και κάτι σεντόνια οι πνοές που μου’χεις αφήσει για ν’αντιλαμβάνομαι το αληθινό.
Λυπήσου με.
Μάτια.
Μου.




Δημοσίευση σχολίου