Ξυπνάω μέσα στα βαθιά χαράματα τρεις φορές τη βδομάδα. Εδώ και δύο μήνες, αυστηρά τρεις φορές. Όλες μου οι σκέψεις και πράξεις έχουν αποκτήσει τον κβαντισμένο προγραμματισμένο που επιτάσσουν οι σύγχρονες οδηγίες. Fitter-happier-more productive. Από τα βλοσυρά κουτιά με τις αυστηρά κάθετες και οριζόντιες γραμμές που μόνο ενενήντα μοίρες συναντάς, έχω κρατήσει μόνο κάτι όνειρα εκτός. Μα δε φτιάχνει η φύση ορθές γωνίες και η μοίρα σου μία μόνο είναι. Μέχρι πρόσφατα είχα κρατήσει έξω και τους εφιάλτες μου. Τους θυσίασα όμως για να προφυλάξω τα «κάτι όνειρα», δεν είχα εναλλακτική. Ή μήπως είχα; Ή μήπως έχουμε;
Με ξυπνάει μια εικόνα. Βλέπω από ψηλά το χάρτη της χώρας και αργά αργά απομακρύνομαι. Μέχρι και στους εφιάλτες ενσωμάτωσα υψηλή τεχνολογία. Terror embedding. Ο χάρτης είναι κόκκινος, γεμάτος ανθρώπινα πτώματα – αριστερό χέρι βουτηγμένο στο Αιγαίο, κορυφή της Πίνδου σκίζει κοιλιά παιδιού. Σάρκες δαγκωμένες και όρνια χορτάτα να πετάνε. Καταρράκτες αίματος αφήνουν τη στεριά και χύνονται στις θάλασσες. Κραυγές μανάδων μου τρυπάνε τ’αυτιά. Ξυπνάω ιδρωμένος πιάνοντας την κοιλιά μου που ακόμα κλειστή είναι.
Τερμάτισα τον εφιάλτη. Όταν το αποφάσισα ο ίδιος αμυνόμενος στην πραγματικότητά του. Από μικρός κατεδαφίζω. Γκρεμίζω ό,τι δημιουργώ επανεκκινώντας το από μηδενική βάση ή αντικαθιστώντας το με κάτι που θα κατεδαφίσω την επόμενη φορά.
Φοβόμαστε να γκρεμίσουμε κάτι που θεωρούμε σάπιο. Κάτι που ολημερίς λοιδορούμε και το βράδυ καταρριόμαστε. Ο ήλιος, πέντε άνθρωποι, ένας βράχος και οι ιδέες μας ό,τι πολύτιμο μας έμεινε. Τα έχουμε εξασφαλίσει. Αυτή είναι η καβάτζα μας, τίποτα άλλο. Πόσο χειρότερο μπορεί να είναι το τελικό μας δημιούργημα έπειτα από μια ολική κατεδάφιση; Πόσο δύσκολο είναι να τερματίσουμε οι ίδιοι τον εφιάλτη μας; Τί περιμένουμε άραγε;




Δημοσίευση σχολίου