[σλουρπ]
Λούπα αλγηνή οι σκέψεις μου για σένα.
~*~
Το βιολί που παίζεις στο σαλόνι τρομοκρατεί το κλειστό, απογευματινό
παράθυρο. Σηκώνομαι να κλείσω την πόρτα να μη σ’ενοχλώ με τις σκέψεις μου και
βρίσκεσαι ήδη πίσω μου. Γυρνώ απότομα να σου κλέψω το δοξάρι και η πόρτα
σφραγίζει μόνη της το διάδρομο. Σταυροπόδι τώρα κάθεσαι σε θρόνο ψηλό στην άλλη
άκρη του δεκάμετρου χαλιού. Ήχοι κοντραμπάσο και όμποε βγαίνουν απ’το βιολί σου
που με γονατίζουν. Κλείνω τ’αυτιά μου και πέφτω ανάσκελα στο πάτωμα. Σε βλέπω
αναγεννησιακή τοιχογραφία στην οροφή, ανάμεσα στο σκονισμένο φωτιστικό και τη
ρωγμή που άφησε ο σεισμός του ξημερώματος. Κάθε σου μορφασμός, ηδονή κι
ευχαρίστηση. Κάθε σου βλέμμα απουσία, και όλο πετάγομαι μπας και χωθώ στο πλάνο
των ματιών σου. Οι κόκκινες μου παλάμες έχουν ήδη καλύψει μ’αίμα το πρόσωπο, και
τα πόδια σου νιώθω να τυλίγουν ασφυκτικά τη μέση μου. Είσαι από κάτω μου, πάνω
μου, μπροστά μου, χαλί και οροφή μου, αρχή και τέρμα του ορίζοντα μου. Δεν
μπορώ ν’αναπνεύσω, ο διάδρομος έχει γεμίσει αίμα και οι τοίχοι ντύνονται με κατακόκκινα
ρόδα.
~*~*~*~
Σώπα, μου λες, και πιες από το αίμα μου.
~*~*~*~*~*~
Εσύ κι ένα πιάνο στη μέση του σαλονιού. Με προσκαλείς ευγενικά να κάτσω να
παίξω. Πλησιάζω με περισσή δίψα. Είμαι πανέτοιμος, αν και δεν έχω ποτέ
ξαναπαίξει. Σου χαμογελώ. «Ορίστε και τα χέρια σου για να παίξεις», μου λες σχεδόν
γελώντας. «Σ’ευχαριστώ», μου λες πάλι, με την κομμένη μου γλώσσα να κυματίζει σα
σκισμένο λάβαρο μέσα στο δικό σου στόμα.




Δημοσίευση σχολίου