Κάποιες ερωτήσεις σου τελειώνουν με αλήθεια που αλυσοδένει το δισταγμό.
«Νοιάστηκες, αλήθεια;». «Αναρωτήθηκες αν το καλό σου ανέχεται την αποστροφή
μου, αλήθεια;».
Σαν την αλήθεια που συναντάς στον άστεγο. Η πραγματικότητά του δεν
περιβάλλεται από υποδιαστολές και συνόδους κορυφής. Λαδωμένα χαρτόνια και
σακκούλες στα πόδια περιχαράσσουν το δικό του χωροχρόνο, τις δικές του
συντεταγμένες αλήθειας. Και η προβολή του δράματος στο κινηματογραφικό πανί των
υπολοίπων διακόπτεται απότομα όταν αντιληφθούμε τη μοναδικότητά της, το
μοναδικό δηλαδή δυνατό συνδυασμό αξιών και πράξεων που δικαιοδοτεί το
χαρακτηρισμό «κοινωνός».
Κι εσύ με ρωτάς ξανά. Αν αγάπησα την ειλικρινή σου άρνηση περισσότερο από
την μπλαζέ σου συγκατάβαση. Κάνοντας με ν’ανατρέξω σε έμφυτες ανάγκες κι
ελλείμματα του εγώ, ώστε να μπορέσω ν’αρθρώσω μια κοινά αποδεκτή απάντηση. Που
δε θα μου προσδώσει το χαρακτηρισμό «αλλόκοτος». Μα πώς μου ζητάς ν’αποσυνδέσω τη
μικρή μου αλήθεια από τη μεγάλη, τη γενική, που δίχως αυτήν ψέμα και απάτη
κάνει τη δική μου.
Θ’απαρνιόμουν την ανασφαλή μου ανθρώπινη διάσταση λέγοντας σου ότι τα λόγια
σου άγλυκα τα γεύομαι. Ούτε η μικρή μου αλήθεια θα συνέχιζε να’χει στέγη, αν δε
σου επέστρεφα αντίστοιχα χάδια και μυρωδιές.
Μη μου ζητάς ν’απομονώσω αλήθειες· γιατί αυτή είναι μόνο μία και ο
κατακερματισμός της αποτελεί βλασφημία κορυφής που το εγώ και το εμείς μαζί
συνθλίβει κάτω από την πέτρα. Γιατί η μόνη ερώτηση που τελικά θα μας μείνει χατήρια
δε θα κάνει:
«ΑΛΗΘΕΙΑ;».



Δημοσίευση σχολίου