[γιάμι]
Εμφανίστηκε ένα σούρουπο του Μάη ανάμεσα στις καρφιτσωμένες με πέτρες στο
χώμα πετσέτες και κρατώντας μία λεπτή κούτα. Οι δύο παρέες που είχαν μείνει
στην απόμερη παραλία επικεντρώθηκαν περισσότερο στα δύο καλώδια που τον
ακολουθούσαν παρά στον ίδιο και την κούτα. Αυτός ήταν εικοσικάτι, αδύνατος,
σγουρομάλλης, με τσιγάρο στο στόμα και μαύρες παντόφλες, αυτές με τη διχάλα που
κάθε φορά πρέπει ν’αποφασίσεις πού θα πάνε τα τρία και πού τα δύο δάχτυλα.
Βγάζει από την κούτα ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο και το στήνει γρήγορα στην
άμμο. Το στολίζει με μια γιρλάντα που θυμίζει λεπτό έντερο κι αυτό γιατί είναι
όντως λεπτό έντερο. Με τα λαμπάκια να έχουν περαστεί στο εσωτερικό του. Αυτό
ήταν το ένα καλώδιο. Με το άλλο έδωσε ρεύμα στην αυτοσχέδια γιρλάντα φωτίζοντας
την. Κόκκινο, μπλε, ή πράσινο εντερί χρώμα έπεφτε στην άκρη του κύματος λίγα
λεπτά πριν ο ματωμένος ήλιος χαθεί. Οι νεαροί, αποσβολωμένοι στις πετσέτες, από
οριζόντιοι γίνανε ημικαθιστοί και μετά όρθιοι. Ο διακοσμητής απόμερων παραλιών
απομακρύνθηκε κι έμειναν ν’αναβοσβήνουν μόνα τους τα λαμπάκια μέσα στο εντεράκι
πάνω στο δεντράκι δίπλα στο κυματάκι που’βρεχε το πετραδάκι. Αφού ψάχτηκαν
προσεχτικά όλοι μεταξύ τους και σιγουρεύτηκαν ότι έχουν όλοι έντερο κάτσανε
πάλι στις πετσέτες τους κι ανοίξανε τα δώρα τους. Τελικά, το καλώδιο
βραχυκύκλωσε, τα λαμπάκια σκάσανε, το έντερο σκορπίστηκε στα μούτρα τους και ο
ήλιος ξαναβγήκε να δει τί έγινε.




Δημοσίευση σχολίου