Το φως του
κυνηγού που παγιδεύει τον τρομαγμένο λαγό μες στη νύχτα,
το ψαράκι δίπλα
στο έπιπλο που παγώνει όταν νιώθει τις δονήσεις των ποδιών σου και
η παλιά κασέτα
που πέθανε στο τελευταίο μάσημα μα άφησε πίσω της εννιά τραγούδια και μια
σκοτεινή αφιέρωση.
Κι η γλώσσα σου
πιο σίγουρη από ποτέ που έπαψε να ψάχνει αποκούμπι μέσα στο στόμα μου.
Οι κόρες των
ματιών μου που δίπλα σου μέσα στο βαθύ σκοτάδι μικρές παραμένουν.
Το αλμυρό σου
μπλουζάκι που με κάθε πέταμα στην ψάθα σήμα δίνει στη νύχτα ν’αρχίσει να
διαστέλλεται.
Και οι σταυροί
των φαρμακείων που αναβοσβήνουν τα χαράματα όταν δίπλα μου περπατάς και
αποτελούν τη μοναδική υποψία χριστιανικού παραδείσου.
Οι νότες στο μπαρ
που μέσα Ιούλη σαν σταγόνες Κυριακάτικης βροχής μαζί σου ποτίζουν το κάθισμα.
Το σημάδι της
πλάτης σου στο σκονισμένο παράθυρο του αυτοκινήτου και τα χέρια μου στην οροφή
του.
Ο καπνός του
τσιγάρου σου πίσω από το βράχο και το μαγιώ κάτω από την πέτρα.
Η μεσημεριανή
υπόκλιση του ανεμιστήρα στο πέρασμα σου απ'το διάδρομο.
Τα λαδωμένα σου
δάχτυλα μέσα στη χρωματιστή σαλάτα,
η σιωπή μας στη
θορυβώδη παραλία,
το αχ
και
το πάλι
είναι καλοκαίρι.




