Archive for 1/7/12 - 1/8/12

Είναι καλοκαίρι


Το φως του κυνηγού που παγιδεύει τον τρομαγμένο λαγό μες στη νύχτα,
το ψαράκι δίπλα στο έπιπλο που παγώνει όταν νιώθει τις δονήσεις των ποδιών σου και
η παλιά κασέτα που πέθανε στο τελευταίο μάσημα μα άφησε πίσω της εννιά τραγούδια και μια σκοτεινή αφιέρωση.

Κι η γλώσσα σου πιο σίγουρη από ποτέ που έπαψε να ψάχνει αποκούμπι μέσα στο στόμα μου.
Οι κόρες των ματιών μου που δίπλα σου μέσα στο βαθύ σκοτάδι μικρές παραμένουν.
Το αλμυρό σου μπλουζάκι που με κάθε πέταμα στην ψάθα σήμα δίνει στη νύχτα ν’αρχίσει να διαστέλλεται.

Και οι σταυροί των φαρμακείων που αναβοσβήνουν τα χαράματα όταν δίπλα μου περπατάς και αποτελούν τη μοναδική υποψία χριστιανικού παραδείσου.
Οι νότες στο μπαρ που μέσα Ιούλη σαν σταγόνες Κυριακάτικης βροχής μαζί σου ποτίζουν το κάθισμα.
Το σημάδι της πλάτης σου στο σκονισμένο παράθυρο του αυτοκινήτου και τα χέρια μου στην οροφή του.

Ο καπνός του τσιγάρου σου πίσω από το βράχο και το μαγιώ κάτω από την πέτρα.
Η μεσημεριανή υπόκλιση του ανεμιστήρα στο πέρασμα σου απ'το διάδρομο.
Τα λαδωμένα σου δάχτυλα μέσα στη χρωματιστή σαλάτα,
η σιωπή μας στη θορυβώδη παραλία,
το αχ
και
το πάλι
είναι καλοκαίρι.


Posted in | Leave a comment

Η κλήση


Μου είπες να μην πιω, γιατί οδηγάω και για να μη φάω κλήση "απ’τα μπατσόνια της παραλιακής".

Σου είπα δεκτό, αλλά τότε δεν έχει νόημα να βρεθούμε.

Με ρώτησες γιατί.

Μα γιατί η μέθη αφού σε δω, δε θα συγκρίνεται με αυτή του ούζου.

Posted in | Leave a comment

Λόγοι εκατό


Είναι η θλίψη της αναμονής και τα δάχτυλα που δεν ίδρωσαν. Η αποδοχή της ήττας και η αφομοίωση των όρων τους. Ο ενστερνισμός της αναβολής και το προσκύνημα στο «ε και τί». Είναι η εξομοίωση ανέργων πρωινών με τα τηλεκοντρόλ στο πάτωμα δίπλα στον κατάκοπο ανεμιστήρα του απογεύματος. Το κατέβασμα των ρολών και ο τελευταίος ήχος της κλειδαριάς μια ζεστή Πέμπτη του Ιούλη. Το ανασφάλιστο μιας γενιάς και η άρνηση του φαρμάκου στην άλλη. Αυτό το «θέλω να λήξω» που σκεπάζει τα πρόσωπα στις στάσεις των λεωφορείων και το ράψιμο των χειλιών που δε λένε να χαλάσουν την παραλληλία τους. Και το κυνηγητό του ξένου, του ανθρώπου-στόχου, η πτώση στα σκαλιά και ο ξυλοδαρμός και ο φόνος. Η σιωπή μου είναι. Η ενοχή μου, το βαθύ κάθισμα στον καναπέ και το πέταγμα του ρυζιού, του γάλατος και της παλιάς κουβέρτας. Το κλείσιμο του παραθύρου στα φανάρια και η στροφή του βλέμματος στα ψηφιακά γράμματα του ραδιοφώνου. Η άρνηση του πραγματικού, το μακρύ κλείσιμο των ματιών, η ψήφος στο μίσος και η φωνή που δε βγήκε ποτέ. Το καταφύγιο του κρεβατιού που φιλοξενεί δύο σκέτα αντί για δύο ενωμένα. Αυτά είναι. Μη μου δείξεις αποδείξεις, λογαριασμούς και χαρτιά γεμάτα νούμερα. Γιατί αν θέλω ν’αυτοκτονήσω, λόγους εκατό μπορώ να σου μετρήσω.

Posted in | Leave a comment

Χάπινες





Την άμμο, το νερό, το χορτάρι και το γυαλισμένο ξύλο κάτω απ'το κρεβάτι να'κρυβα.
Τα χειροπιαστά που άγγιξαν τα πόδια σου και φεύγοντας άυλα τα βάφτισες.
Τ’αυτόγραφα που χάρισες σε καθετί που τις συναντήσεις μας σημαιοστόλισε.
Τα όχι που άρθρωσες μα εκείνα ναι φωνάζανε.

Όλα μαζί σε ένα κουτί πρώτων βοηθειών θα τα ρίξω.
Να παίρνω ένα ναι και λίγο ιδρωμένο χορτάρι για φάρμακο τα πρωινά που ξυπνώ απ’τ’όνειρο, μα λείπεις για να το συνεχίσω ξύπνιος.

Γιατί είμαι άρρωστος κι έχω το ακαταλόγιστο.
Γιατί έχω μήνες να προσέξω τί μου λες και ίσα που θυμάμαι τη φωνή σου.
Γιατί τα λόγια σου μου’ναι πριβέ συναυλία σε υπόγεια σκηνή και σκηνή θερινού σινεμά το πρόσωπό σου.
Κι εγώ απόψε είμαι πάλι εδώ, ο άρρωστος εκείνος που τη δόση του θέλει μα όχι και τη γιατρειά του.

Posted in | 1 Comment

Οικεία και νεκροταφεία



Σιωπή κι απόψε στα νεκροταφεία και φτάνει στο αυτί ένα αίσθημα κενού όλο και πιο οικείο. Με μια μικρή ηχώ που θέλει κάτι να πει, μα φοβάται τη σκιά της. Σαν κι αυτήν που επιστρέφει μετά από μια βόλτα στα χωράφια κι ένα παιχνίδι με τον σκούρο πάτο του σκονισμένου πηγαδιού. Από τ’απογεύματα που το περπάτημα ανάμεσα σε ζωντανούς στο κέντρο της πόλης σε ταξιδεύει πάνω σε φρέσκα και ανθοστολισμένα μνήματα. Τα πρόσωπα των ζωντανών θαμπά και σκυφτά, αγκυροβολημένα να παρακολουθούν πιστά τις σχισμές των πεζοδρομίων. Τουλάχιστον αυτά των νεκρών έχουν μόνο ένα νοητό μάρμαρο να τα χωρίζει από τον ανοιχτό ουρανό και κοιτάνε πάντα μπροστά. Των ζωντανών πάλι, θαρρείς πως αν καταφέρεις να δεις μάτια σταθερά για λίγα δευτερόλεπτα, θα σημάνει η καμπάνα της επανάστασης. Ναι, έτσι τη θέλω την αλλαγή. Αυτόματη, επίπονη, ν’ακούγονται αλυσίδες να σπάνε, ν’ανοίγουν βαθιά στα δυο τα πεζοδρόμια, ν’ανακαλύπτεις τα πρόσωπα, που πάντα δίπλα σου ήταν βέβαια, αλλά τώρα επιτέλους κατάφερες να μοιραστείς ένα κοινό βλέμμα. Γιατί η σιωπή των νεκροταφείων σκέπασε τις πόλεις και μόνο το χυμένο αίμα και το άγγιγμα του ζεστού θα μας ξεχωρίζει σε λίγο από τους οριζόντιους ταξιδιάρηδες. 

Posted in | Leave a comment

ShareThis

Search

Swedish Greys - a WordPress theme from Nordic Themepark. Converted by LiteThemes.com.