Μαριγω, η αστρολογος ζωων





Φουλ καψούρα η Ίγκο αδυνατούσε να γράψει κάτι σοβαρό, ή μάλλον σοβαροφανές, για τη στήλη της στην εφημερίδα «Κυκλοφορία & Οπλοφορία». Πριν από έξι μήνες η πρώην Μαριγώ και νυν Ίγκο άφησε τη Λάρισα για να κατέβει στην Αθήνα. Ως απόφοιτη ιδιωτικής σχολής δημοσιογραφίας ήλπιζε ότι η μετανάστευσή της στην πρωτεύουσα θα την έφερνε πιο κοντά στην πραγμάτωση των επαγγελματικών της ονείρων. Η εφημερίδα αυτή δεν ήταν ακριβώς ό,τι ονειρευόταν, αλλά ήταν σίγουρα ένα βήμα πιο κοντά απ’ό,τι η διανομή εφημερίδων που έκανε στη γενέτειρά της. Η «Κυκλοφορία & Οπλοφορία» είχε φανατικό κοινό ανάμεσα σε κυνηγούς και λοιπούς οπλοκατόχους. Χιουμοριστική μάλλον ήταν η στήλη της, «ο Ερμής του θηράματος». Ποια είναι η κατάλληλη μέρα για να βγει ο κυνηγός στο πεδίο βάσει του ζωδιακού χάρτη του θηράματος; Έχει ανάδρομο Ερμή ο φασιανός αυτή την εβδομάδα κι επομένως θα’ναι ευκολότερος στόχος; Είναι στα ύψη η ερωτική διάθεση της μπεκάτσας ή μήπως απ’τη βαρεμάρα δε θα κουνήσει ούτε πούπουλο;

Η Ίγκο – όπως υπέγραφε την εβδομαδιαία της στήλη – είχε πολύ χιούμορ, αλλά παράλληλα δεν ήθελε να αποδεχτεί ότι τη διαβάζουν μόνο κάποιοι οικογενειάρχες κυνηγοί. Όπως για παράδειγμα ο θείος της ο Σήφης στην Κρήτη που πρόσφατα βάφτισε την κόρη του Μπαλωθιά. Φαντασιωνόταν, ότι το τεύχος έφτανε με courier σε περίεργους συνδρομητές μέσα σε μαύρη συσκευασία που δε θα πρόδιδε το περιεχόμενο του. Η εφημερίδα βέβαια ούτε συνδρομές είχε, ούτε λεφτά για να στέλνει courier, άλλα έτερον εκάτερον. Στη λίστα των φανταστικών συνδρομητών συναντούσες παράνομους κυνηγούς, επίδοξους δολοφόνους, αλλά και…πτηνά που διάβαζαν τα ζώδια τους! Φανταζόταν ψηλοράμφικα ορτύκια με μπικουτί να διαβάζουν τα ζώδια τους στο κομμωτήριο και γελούσε μόνη της μπροστά στον υπολογιστή.

Κατά βάθος η Ίγκο ήξερε ότι το πρόβλημα δεν ήταν μόνο δικό της, αλλά κοινωνικό. Σε κοινωνίες απόλυτης εξειδίκευσης όπως οι σημερινές κάποιος έπρεπε να βρεθεί που να’χει χιούμορ, να ξέρει τα βασικά για τ’άστρα, να είναι σχετικός με τη δημοσιογραφία και ν’απευθύνεται με τα κείμενα του σε ένα πολύ εξειδικευμένο κοινό. Αλλά δεν απογοητευόταν αυτή. Έβλεπε την όλη εμπειρία σαν bullet. Όχι του όπλου, αλλά του βιογραφικού της. Έπειτα από χρόνια, στα τηλεοπτικά αφιερώματα για το δημοσιογραφικό της έργο φανταζόταν τον εξής διάλογο:
-       Η πορεία σας μόνο ανοδική μπορεί πάντως να χαρακτηριστεί, αν σκεφτεί κανείς ότι ξεκινήσατε ως αστρολόγος σε εφημερίδα για το κυνήγι! Έτσι δεν είναι;
-       (γέλια) Ναι, δίκιο έχετε. Μάλιστα, αστρολόγος πτηνών παρακαλώ! (γέλια ξανά, τίναγμα μαλλιού και γενικότερο παίξιμο με το φακό).
Τί ήθελα να σας πω όμως; Α ναι. Η Μαριγώ, που λέτε, είναι φουλ καψούρα και αδυνατεί να γράψει αυτές τις μέρες...

Posted in | Leave a comment

Η ανοιξη ανθισε φετος στα δαχτυλα σου




 
Ούτε για το ψωμί, μα ούτε για το μαχαίρι τα δάχτυλα στα χέρια μου.
Υπάρχει κάτι που μαρτυρά ρομαντισμό στον δημιουργό και αυτό φαίνεται στα δάχτυλά σου.
Πάνω στις πλαγιές τους άνθισε φέτος η άνοιξη.
Άσε με να τρέξω στα ανθισμένα σου ξέφωτα. Δώσε μου λίγο από τις υφές σου και μάγεψε τα δικά μου που βουτάνε στα οχτώ πέλαγα των δικών σου.
Ταξιδεύω στα ρυάκια των σχισμών σου, σ’αγγίζω και γίνομαι ένα με τη Φύση σου.

Posted in | 2 Comments

Διευθυντής στα 16





Έβρισε τον κολλητό του για καληνύχτα, έφτυσε και ξεκίνησε να περπατά για το σχολείο. Ο τσιγαρόβηχας τον ενοχλούσε σε όλη τη διαδρομή, αλλά ποιος έφηβος θα’δινε σημασία σ’αυτό στις μέρες μας. Κινητό απέκτησε στα 10 του, κατέβασε ταινία για πρώτη φορά στα 11 και ξεκίνησε το κάπνισμα στα 12. Στα 14 πήδηξε την Αντριάνα και λίγους μήνες μετά πήγε για πρώτη φορά σε ψυχολόγο – όχι πως έφταιγε η Αντριάνα γι’αυτό, όχι. Τα συμπτώματά του δε θα πήγαιναν μάλλον σε ψυχολόγο έναν έφηβο της δεκαετίας του ’80. Δεν ήξεραν τότε βέβαια. Δεν είχαν facebook. Κακώς θα μου πείτε βέβαια, δεδομένης της εξέλιξής του. Φαίνεται πως τότε ό,τι δεν έκανε θόρυβο, καταπινόταν με το σάλιο.

Στα 16 του σήμερα τσακώνεται με τον πατέρα του καθημερινά. Άσχημοι καυγάδες που μετατρέπουν για λεπτά της ώρας το σπίτι σε πάγκο λαχαναγοράς. Αλλά δεν είναι ο γιος που τ’ακούει. «Μη μου λες να βρω δουλειά μαλάκα, εσύ που είσαι άνεργος 4 μήνες. Δεν κοιτάς πώς έχεις καταντήσει τη μάνα μου». Η μάνα του: 50-λίγο, όχι πολύ καλά βαμμένο μαλλί, τριχρωμικό θα’λεγα με τη λευκή ρίζα να καθορίζει την πολικότητα της τρίχας, καλοστεκούμενη κατά τα άλλα. Η μάνα, όχι η τρίχα. Παντρεύτηκε τον πατέρα του μικρού στα 34 της, όσοι ήταν τότε και οι υπάλληλοι της κλωστοϋφαντουργικής που διηύθυνε ο πατήρ φαμίλιας. Η δύσμοιρη μάνα δε μιλά. Φοβάται. Την αντίδραση του πατέρα ή του γιου. Νιώθει σαν πολεμική ανταποκρίτρια στο σαλόνι της. «Κανονικά θα πρέπει να μας πληρώνετε μέχρι να πεθάνετε με τέτοιο χρέος που μας φορτώσατε», συνέχιζε ο μικρός προσθέτοντας βαρύγδουπες πολιτικές προτάσεις στο διάλογο για την αναδιάρθρωση του χαρτζιλικιού. Στα 16 του το παιδί τί να ξέρει βέβαια. Ό,τι έμαθε στην κατάληψη ότι ξεσηκώνει τα πλήθη.

Ο 16χρονος Παναγιώτης διευθύνει δική του επιχείρηση, στα χνάρια του απολυμένου πατέρα του. Είναι υπεύθυνος επιχειρήσεων της συμμορίας DoNotTalk που δραστηριοποιείται σε τουλάχιστον 2 υποβαθμισμένα προάστια των Αθηνών. Αδυναμία της μη κυβερνητικής DNT τα παιδιά μιας ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας, των εργαζομένων. Εργαζομένων: ανθρώπων που έχουν ακόμα εργασία δηλαδή. Η λογική της στοχοποίησης βασίζεται στην αντίληψη ότι οι άνθρωποι αυτοί οφείλουν να μοιραστούν τους καρπούς της εργασίας τους με τους ανέργους που υφίστανται τις αδικίες του καπιταλιστικού συστήματος. Πολιτικά αφορισμένος και άρα απενοχοποιημένος ο ιδεολογικός πυρήνας της συμμορίας επιτρέπει στον Παναγιώτη να δίνει εντολές στους υποτελείς συμμαθητές του δίχως ίχνος τύψης.

Ο 15χρονος Αλέκος έφτυσε (αίμα) και ξεκίνησε να ψάχνει τα επείγοντα του νοσοκομείου. Πήγε εκεί με «σπασμένα μούτρα». Αρνήθηκε να καταβάλλει τη μηνιαία συνδρομή του στη DNT. Το κινητό και το mp3 player του έδωσαν στιγμιαία το δικαίωμα να αποχωρήσει από το μπλόκο της επιχείρησης, όχι όμως και η γλώσσα του. «Γαμιέστε μαλάκες, εσείς και οι τράπεζες». Ο παραλληλισμός της DNT με τις τράπεζες ερέθισε ανεπανόρθωτα (για τον Αλέκο) τα μέλη της. Ο νεαρός «αντιεξουσιαστής του προαυλίου» θα επιστρέψει στο σπίτι εντός ολίγων ημερών. Και θα μείνει μάλλον εκεί για κάποιο διάστημα μέχρι να ηρεμήσουν τα πνεύματα στο σχολείο. Μέσα στην ατυχία του στάθηκε τυχερός πάντως, αφού βρήκε την «καλύτερη ψυχολόγο» της περιοχής. Η μάνα του Παναγιώτη την πρότεινε στη μάνα του.

Posted in , | 4 Comments

Ζαριά θανατέρωτας





Δεν μπορούσε να ζητήσει κάτι άλλο. Τουλάχιστον όχι πριν τα χείλια του βαπτιστούν με αλκοόλ. Όλοι ήταν εκεί, άγραφτο τούτου του κόσμου του νου το απουσιολόγιο. Το τσιγάρο, το ρεμπέτικο, το κρασί, η άμμος, η θάλασσα, το φεγγάρι, ο φίλος. Δεκαέξι χρόνια πέρασαν από την τελευταία φορά που άκουσε όπα και που με νότες έστριψε τα πόδια του γύρω από κρασοπότηρο στο χώμα. Έβλεπε μέσα από τις ρωγμές του καπνού τις ψυχές να σκίζουν τη σάρκα και να ενώνονται κάτω από τις ξερές κολοκύθες του κενού. Πόνεσε από τον ξένο χωρισμό, το θάνατο, την αρρώστια, την απουσία, την απόγνωση. Ήξερε όμως ότι ήταν θέμα χρόνου οι ξένες ψυχές να σκύψουν πάνω από τη δική του, αυτή άλλωστε πονούσε όσο καμιά άλλη τώρα. Δίχως πατρίδα, δίχως εκείνη, δίχως χάδι αναφοράς. Και τώρα που το αλκοόλ άρπαξε το πηδάλιο, φάνηκε η απώλεια και καλοκάθισε πάνω στο γεμάτο στομάχι. Γιατί τα ζάρια, που κάποτε έριξε στο βράχο του λιμανιού πριν αφήσει τη μάνα, είχαν κι αυτά έξι τύχες: τον έρωτα, το όνειρο, τη ζωή, την αγάπη, μα και δυο φορές το θάνατο. Και όπου θάνατος, αυτός ήλπισε ότι δεν ήταν μόνο ο ένας, που τα μάτια και τα βάσανα σβήνει, αλλά και ο άλλος, που μόνο μια ζωηρή μάσκα τον κρύβει από τη γέννηση και την αρχή. Μάταια ζωγράφισε ελπίδες όμως. Η ζαριά ήταν έρωτας-θάνατος. Ο έρωτας χτύπησε και τους δύο, ο θάνατος ο ένας μόνον εκείνη.

Posted in | Leave a comment

MAT in love



Οι εντολές που είχαν από τον Αρχηγό ήταν σαφείς – σχεδόν. Ποτέ άλλωστε δεν λάμβαναν εντολές που θα μπορούσαν να εκληφθούν ποικιλοτρόπως. Δεν υπήρχε περιθώριο για λανθασμένη ερμηνεία, ούτε για προσωπική παρέμβαση στην εκτέλεση της διαταγής. «Το τετράγωνο πίσω σας παραμένει σε όλη τη διάρκεια της μέρας άδειο από πολίτες. Θα παραταχθείτε σε 4 γραμμές περιμετρικά. Δεν επιτρέπετε σε κανέναν να περάσει ανάμεσα σας. Με εντολή του διμοιρίτη σας χρησιμοποιείτε βία. Αν κρίνετε ότι απειλείται η σωματική σας ακεραιότητα, δράστε αναλόγως».

Αυτή η τελευταία πρόταση τον τσάκισε. Όχι γιατί φοβόταν ότι θα τραυμάτιζε κάποιον, όχι. Αλλά γιατί η επιθετικότητα του ήταν ανεξέλεγκτη το τελευταίο διάστημα. Και όταν του έδιναν το ελεύθερο να δράσει βάσει της δικής του κρίσης, έχανε τον έλεγχο. Η τρίμηνη παύση εργασίας που του επιβλήθηκε πέρσι με σκοπό να ακολουθήσει ένα πρόγραμμα ψυχοθεραπευτικών συνεδριών δεν έφερε τα επιθυμητά αποτελέσματα. Αναγκάστηκε να διώξει και το σκύλο που από παιδί φρόντιζε στο χωριό και είχε φέρει στην πόλη. Οι στενοί του συνεργάτες το γνώριζαν, αλλά δεν μπορούσαν να κάνουν κάτι παραπάνω. Είχαν ποντάρει στη ψυχοθεραπεία που για πρώτη φορά αμερικάνοι πράκτορες δοκίμαζαν στην Ελλάδα. Όχι γιατί ανησυχούσαν για τον Ματθαίο, όχι. Αλλά γιατί φοβόντουσαν ότι θα τους εξέθετε ή θα τους έβαζε σε κίνδυνο σε κάποια διαδήλωση. Πρόσφατα στο τοπικό ποδοσφαιρικό ντέρμπι ο Ματθαίος πέταξε το κράνος του σε οπαδό που συσχέτιζε σε σύνθημα όργανα της τάξης και συμπαθητικά τετράποδα. Μια άλλη φορά έβριζε κι αυτός τους οπαδούς της φιλοξενούμενης ομάδας. Τον τράβηξε και η κάμερα. Και δεν ήταν καν υποστηρικτής κάποιας από τις δύο ομάδες. Στον ίδιο αγώνα ο Πρόεδρος της γηπεδούχου ομάδας έφαγε γκλομπιά από τον Ματθαίο, γιατί πήγε να του πάρει το γκλομπ.

«Δεν αλλάζουμε θέση, μαλάκες. Αν χαλαρώσουμε, θα μας πηδήξουν. Ματ, εντάξει;». Ο Ματ, όπως τον αποκαλούσαν στη διμοιρία, τους έβλεπε με τα πανώ και τις ντουντούκες να πλησιάζουν από το σταυροδρόμι. «Έρχονται τα κουμμούνια», είπε στον διπλανό του. Στο χωριό είχε ένα γείτονα κομμουνιστή με μεγάλο μουστάκι. Ήταν τόσο κάθετος στις πολιτικές του απόψεις και στον τρόπο που ντυνόταν που ο μικρός τότε Ματθαίος νόμιζε πως όλοι έτσι πρέπει να μοιάζουν. Ξαφνιάστηκε όταν τους είδε στην πόλη αμούστακους με κοκκάλινα γυαλιά. «Άντε να τους καταλάβω τώρα», έλεγε στη μάνα του κοιτώντας τη ν’αρμέγει την αγελάδα. Μια μικρή πέτρα που έπεσε στα πόδια του τον εκνεύρισε. Τον κατάλαβαν και του είπαν να ηρεμήσει.

«Πίσω, πίσω!», φώναξε ο διμοιρίτης, αλλά ο Ματθαίος είχε μείνει μπροστά να χτυπά στα πλευρά μια 22χρονη φοιτήτρια της Θεολογίας. Μέσα στο χαμό δεν άκουγε εντολές και συνθήματα. Όχι πως θα τους έδινε σημασία, όχι. Αλλά για το τυπικό της τυπικής ΕΔΕ. «Σταμάτα! Δεν πέταξα εγώ κάτι!». Στο έκτο χτύπημα, που η 22χρονη Χαρά γυρνά και τον κοιτά στα μάτια, ο Ματθαίος άρχισε να κλαίει. «Μαζί είμαστε, αδερφέ, κατάλαβε το!». Η Χαρά, η Χαρούλα από το χωριό, δεν είχε καταλάβει ποιος κρύβεται μέσα στο κράνος. Ο χαμένος του έρωτας, η γυναίκα για την οποία ένιωσε την ανάγκη ν’αφήσει την επαρχία, όταν έμαθε ότι αρραβωνιαζόταν το γιο του κομμουνιστή. Μέσα στον καπνό από τα δακρυγόνα ο νεαρός αστυνομικός πότισε την αντιασφυξιογόνο του μάσκα με δάκρυα και ένιωσε το απόστημα της βίας να σπάει στο κεφάλι του. Έβγαλε το κράνος του, σήκωσε τη Χαρούλα στα χέρια του και ανάμεσα σε χειροκροτήματα χάθηκε μέσα στο πλήθος των αμούστακων διαδηλωτών.

Posted in | 4 Comments

ShareThis

Search

Swedish Greys - a WordPress theme from Nordic Themepark. Converted by LiteThemes.com.